Όποιος αγαπά δεν έχει ποτέ μοναξιά

Στεναχωριούνται εύκολα οι άνθρωποι, αποθαρρύνονται, απογοητεύονται, θλίβονται και μελαγχολούν, γιατί η πίστη τους δεν είναι θερμή, η εμπιστοσύνη τους στο Θεό είναι χαλαρή κι η ελπίδα τους απομακρυσμένη. Ο πιστός έχει πληροφορία βεβαιότητος, ενισχύσεως, εμπιστοσύνης και ελπίδος. Δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα, αλλά τα προβλήματα τα αντιμετωπίζει ελπιδοφόρα. Η ελπίδα στον Παντοδύναμο και πανταχού παρόντα Θεό χαρίζει στον πιστό ειρήνη, γαλήνη, ηρεμία, παρηγορία, έλεος. Γέροντες και γερόντισσες παλαιότερων εποχών με μεγαλύτερα και περισσότερα προβλήματα οπωσδήποτε, έκαναν με νόημα το σταυρό τους, καρτερούσαν φιλότιμα, υπόμεναν επίμονα και το «πρώτα ο Θεός» ή «έχει ο Θεός» ή «δόξα τω Θεώ» δεν ήταν διόλου σχήμα λόγου. Οι σημερινοί φουσκωμένοι από έπαρση άνθρωποι θεωρούν μεγάλη ντροπή να σταυροκοπηθούν ή να επικαλεσθούν το Θεό και πιστεύουν πως η ευφυΐα τους, η πολυγνωσία τους, η πολυπραγμοσύνη τους θα λύσει όλα τους τα προβλήματα. Να που όμως δεν τα λύνουν και είναι γεμάτες οι τσέπες τους αγχολυτικά, αναλγητικά, καταπραϋντικά, αντικαταθλιπτικά και υπνωτικά.
Όσοι δε πίστεψαν στη θεοποιημένη λογική τους και στο υπερφίαλο εγώ τους πλανέθηκαν από μία επικίνδυνη αυτάρκεια, ένα μοντέρνο χριστιανισμό μιας φαρισαϊκής αγιότητος κι έγιναν παίγνια δαιμόνων. Η αγιότητα δεν είναι ποτέ αταπείνωτη, υποκριτική, εγωκεντρική, αφιλάδελφη και απομονωμένη. Οι άγιοι δεν πιστεύουν στον εαυτό τους και στα έργα τους αλλά ελπίζουν και επικαλούνται συνεχώς το άπειρο έλεος του Πανάγαθου Θεού. Οι άγιοι παρακινούν κι εμάς τους αμαρτωλούς να συγκινηθούμε και να συνετισθούμε από τα παραδείγματα των μεγάλων αμαρτωλών που μετανόησαν και έγιναν άγιοι…
( Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, Εκδ. Εν πλώ, σ. 56-58. (Αποσπάσματα).