Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Α Ρ Σ Ε Ν Ι Ο Σ Μ Α Χ Α Ι Ρ Ι Ω Τ Η Σ




Διερωτόμουν πάντοτε γιατί τόσος πόνος,
γιατί τόση πικρία στὸ βλέμμα καὶ τὸ πρόσωπο
τῆς Μαχαιριώτισσας,
γιατί τόσο πενθηρὸ καὶ μαζεμμένο
τὸ ἱερὸ κεφαλομάντηλό Της.
Κ’ ἦρθε ὁ ἀγέλαστος Σεπτέμβριος τοῦ Τέσσερα
μὲ τὸ Σινούκ του καὶ τὸν καταποντισμὸ
στ’ ἀβυσσαλέα ἁγιορείτικα θαλασσονέρια,
ἦρθε ἡ στρίγγλα μέρα ποὺ κατάπιε τὸν Ἀρσένιο,
τὸν ἄγουρο ἀγελάρχη τοῦ Σεμνείου Της,
καὶ μοὔδωσε τὴ θλιβερὴ ἀπάντηση.

Ἀρσένιε, φεῦγε καὶ σώζου,
εἶχε ἀκούσει κάποτε ὁ μέγας ἐν ἀσκηταῖς,
ὁ πνευματέμφορος Ἀββᾶς Ἀρσένιος.
Τ’ ἄκουσε κι ὁ μικροηγούμενος Ἀρσένιος,
τὸ πῆρε κατὰ γράμμα καὶ βιάστηκε νὰ φύγει,
πρὶν κἄν φουρνίσει τὸ ψωμὶ τῆς καλογηρικῆς
ποὺ εἶχε ταπεινὰ ζυμώσει,
ἀφήνοντας τὴ Μαχαιριώτισσα,
ἀφήνοντας τὴν εὐσεβοῦσα Κύπρο
καὶ τὴ συγκλονισμένη ἀδελφότητα τοῦ Μαχαιρᾶ
νὰ μετροῦν τ’ ἀγαπημένο ὄνομά του
στὸ κομποσχοίνι τὸ ἐλπιδοπάροχο τῆς κατανύξεως.

Μαχαιρᾶ τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς ἀσκήσεως,
Μαχαιρᾶ τῆς πυρίκαυστης δάφνης,
Μαχαιρᾶ τοῦ κρύου καταποντισμοῦ,
Μαχαιρᾶ τῶν θρήνων γιὰ τὸν ἁλυσοδεμένο
γείτονά σου Πενταδάχτυλο,
ἔλα, βάλε στρωτὴ μετάνοια στὴν Κυρά σου
καὶ κάτω νεύων πές Της τὸ γνωστὸ παληὸ ἐκεῖνο:
Σώπασε Κυρα-Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις!
Ὁ Ἀρσένιός Σου κι ὁ Γρηγόρης Σου, τὰ παλληκάρια Σου,
οἱ βασιλικοί Σου ἀετοί, εἶναι ἐδῶ, ἀντάμα,
ὁ ἕνας μὲ τὸ Σταυρό, ὁ ἄλλος μὲ τὴ γαλανόλευκη,
χερουβικῶς δορυφοροῦντες τὴ Θεομητορική Σου δόξα
καὶ ψάλλοντες ἀδιαλείπτως Χαῖρε! κι Ἀλληλούϊα!



Πειραιεύς, 6-9-2011
Μητροπολίτης Προικονήσου Ιωσήφ