Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς, Ἡ γνώση σημαίνει τὴν οἰκειότητα

“Ὅλα ὅσα μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς εἶναι καλὰ λίαν καὶ κάθε καλοῦ παρεκτικά. Τίποτα ὅμως δὲν μᾶς ἀναφλέγει καὶ δὲν κινεῖ τὴν καρδιά μας στὴν ἀγάπη τῆς ἴδιας τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ Θεολογία. Ἡ Θεολογία εἶναι γέννημα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ πρωταρχικό, γι' αὐτὸ εἶναι πάντως πρωταρχικὰ καὶ τὰ δῶρα ποὺ χαρίζει στὴν ψυχή.”
Ἔτσι μιλάει γιὰ τὴν Θεολογία ὁ ἅγιος Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς. Στὴ συνέχεια ἀπαριθμεῖ τὰ δῶρα αὐτὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς δίνει στὸν ἄνθρωπο μέσα ἀπὸ τὴν Θεολογία. Εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῶν βιωτικῶν δεσμῶν· ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ μὲ τὸ πῦρ τῆς ἀλλοιώσεως, δηλαδὴ τῆς μεταμορφώσεως· ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ἄγγελους· ἡ ἀμεριμνία· ἡ πνευματικὴ ὀμορφιά· τὸ πανθέωρον (ἡ πνευματικὴ διορατικότητα καὶ θεωρία)· ἡ θρέψη τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μὲ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὸ ἄρρητο Φῶς, καὶ ἡ ἕνωση καὶ ἀχώριστη κοινωνία τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Θεὸ Λόγο. Καταλήγοντας ὁ Ἅγιος Διάδοχος ἀποκαλεῖ τὴν Θεολογία νυμφαγωγόν, γιατὶ φέρει τοὺς ἀνθρώπους στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό..

Χριστός – Ἀρχὴ καὶ Τέλος (Ἀθήνα 1983, ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς σελ. 313, 316, 319-21)