Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

ΕΥΡΕΘΗΝ ΕΙΣ ΧΩΡΙΟΝ ΟΡΕΙΝΟΝ


Γεωργίου Κυπριανοῦ

Ἡ ἐπίσκεψή μας αἰφνίδια. Ὁ σκοπός τῆς παρουσίας μας κοινωνικός. Ὡστόσο, τά βήματα μᾶς ὁδηγοῦν στό ἐκκλησάκι τοῦ χωριοῦ γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἦταν ἀπόγευμα καί ἡ δροσούλα κρύα ὀρεινή. Μέσα στό ἐκκλησάκι νιώσαμε ζεστά καί φιλόξενα. Λίγος ὁ φωτισμός, λίγοι καί οἱ πιστοί. Ὁ παππούλης λειτουργός, βγαλμένος
μέσα ἀπό φύλλα κιτρινισμένα παλιῶν διηγημάτων. Ἡ φωνή του μελωδική, ἀντηχοῦσε ὡς φωνή ἐξ οὐρανοῦ.
Ὡστόσο, τό χωριό εἶναι γνωστό γιά ἕναν ἄλλο κληρικό, παππούλης κι αὐτός, ὁ ὁποῖος φημίζεται γιά πολλά χαρίσματα. Ἐκ τῶν ὑστέρων, μάθαμε ὅτι ἀσθενοῦσε βαριά καί ἀπουσίαζε. Ἔτσι, ἀναγκαστικά ἀρκεστήκαμε στόν ἐν λόγῳ ἁπλό παππούλη τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἀρκεστήκαμε στήν ἁπλότητα τῆς ἀκολουθίας καί στή μελωδικότητα τῆς φωνῆς του. Ἔστω…

Ἡ ἀκολουθία τελείωσε. Χάριν εὐγενείας, εἴπαμε νά συστηθοῦμε ὡς περαστικοί, εὐχαριστώντας συνάμα γιά τήν παραχώρηση τοῦ ἀναλογίου. Τόν πληροφορήσαμε, ὅτι κι ἐμεῖς καταγόμασταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια, γνωστοῦ ἱερέως πού πρόσφατα εἶχε κοιμηθεῖ. Ἡ ἀπάντηση καί ἡ συγκίνησή του ἀφοπλιστική. Ἀπάντηση πού ἔθετε ἐνώπιόν μας τό ἕνα καί ἀπόλυτο ἀγαθό τῆς ἁγιότητας, τό μέτρο κάθε πνευματικοῦ ἀγώνα. «Αὐτοί κι ἄν εἶναι πράγματι ἱερεῖς τοῦ ὑψίστου. Ὅπως ὁ δικός σας μακαριστός ἱερέας. Ὅπως κι ὁ συνεφημέριός μου, ὁ ὁποῖος ἀσθενεῖ. Ἐγώ εἶμαι ἕνα τίποτε. Ἄξιοι πραγματικά κληρικοί. Ἐγώ εἶμαι ἕνα σκουπίδι. Εὐτυχῶς πού ὑπάρχουν κι αὐτοί». Τό ὕφος του δέν πρόδιδε καμία εἰρωνεία ἀλλά βαθιά εἰλικρίνεια ταπείνωσης καί αὐτομεμψίας.
Θυμήθηκα ἀμέσως τή γεροντική ρήση, «Ἄν ἀκούσεις γέροντα νά ἐπαινεῖ ἄλλο γέροντα, τότε ἔξευρε πώς ὁ πρῶτος εἶναι ἤδη ἀνώτερος». Μέ μία πέτρα διέλυσε μέσα μας κάθε ἀνάγκη γιά ἀναζήτηση ἐντυπωσιακῶν χαρισμάτων. Ἀποκατάστησε τό μέτρο τῆς ἀληθοῦς ἐν Χριστῷ βιοτής. Μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τή μανία τῆς γεροντολατρείας καί ἐμμονῆς σέ πρόσωπα. Μᾶς ἐμπέδωσε τό παράδειγμα τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ πράου καί ταπεινοῦ στήν καρδία.

Δοξάζουμε τόν Θεό, πού αὐτό τό εἶδος τῶν ταπεινῶν κληρικῶν, σέ κάποια ταπεινά χωριά καί μικρά ἐκκλησάκια δέν ἔχει ἐκλείψει. Δοξάζουμε τόν Θεό πού ἡ καρδιά κάποιων εἶναι ἀκόμα ταπεινή καί πραεία.