Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Η χειρότερη μοναξιά.
Υπάρχουν φορές που γεννιέται μέσα στο άνθρωπο ο φόβος της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Πολλές φορές η απουσία κατανόησης από τους γύρω μας, η έλλειψη στηρίγματος στις δύσκολες ώρες, αλλά και στις απλές καθημερινές μας στιγμές, μας οδηγεί να βιώσουμε την θλίψη της ψυχής – την
εσωτερική μοναξιά.  Τότε «πέφτουμε» και πονάμε, υποφέρουμε, δακρύζουμε και πολλά «γιατί» τριγυρίζουν στο μυαλό σου.
Σημασία έχει αν «πέσουμε» να δακρύσουμε, αλλά να μην απελπιστούμε. Να σηκωθούμε, να κοιτάξουμε ψηλά και εκεί θα δούμε το αόρατο χέρι του Θεού να μας χαϊδεύει και να μας προστατεύει. Εκεί ψηλά θα δούμε την ελπίδα. Εκεί ψηλά θα καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μόνοι αλλά έχουμε το Θεό, Αυτόν που δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψει ποτέ.

π.Γεώργιος Κόρτας

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

«Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήση ο Χριστός».


  Ο περισσότερος κόσμος της εποχής μας είναι μορφωμένος κοσμικά και τρέχει  με την κοσμική μεγάλη ταχύτητα. Επειδή όμως του λείπει ο φόβος του Θεού – «αρχή  σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10) –, λείπει το φρένο, και με ταχύτητα, χωρίς φρένο, καταλήγει σε  γκρεμό.  Οι  άνθρωποι  είναι  πολύ  προβληματισμένοι  και  οι  περισσότεροι  πολύ  ζαλισμένοι. Έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους. Σιγά‐σιγά  κατευθύνονται προς  το να μην μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους. Αν αυτοί που έρχονται στο Άγιον  Όρος είναι τόσο πολύ συγχυσμένοι, τόσο μπερδεμένοι, με τόσο άγχος , σκεφθήτε οι  άλλοι που είναι μακριά από τον Θεό, από την Εκκλησία, πώς θα είναι!  Και βλέπεις σε όλα τα κράτη φουρτούνα, ζάλη μεγάλη! Ο καημένος ο κόσμος – ο Θεός να βάλει το χέρι Του! – βράζει σαν την χύτρα ταχύτητος. Και οι μεγάλοι πώς τα  φέρνουν!  Μαγειρεύουν‐μαγειρεύουν,  τα  ρίχνουν  όλα  στην  χύτρα  ταχύτητος  και  σφυρίζει τώρα η χύτρα! Θα πεταχθή σε λίγο η βαλβίδα! Είπα σε κάποιον που είχε μία  μεγάλη θέση: «Γιατί μερικά πράγματα δεν τα προσέχετε; Τί θα γίνει;». «Πάτερ μου,  μου λέει, λίγο χιόνι ήταν πρώτα το κακό, τώρα έχει γίνει ολόκληρη χιονοστιβάδα.  Μόνο ένα θαύμα μπορεί να βοηθήση». Αλλά και με τον
τρόπο που πηγαίνουν μερικοί  να βοηθήσουν την κατάσταση, κάνουν μεγαλύτερη την χιονοστιβάδα του κακού. Αντί  να λάβουν ορισμένα μέτρα για την παιδεία κ .λπ., κάνουν
χειρότερα. Δεν κοιτάζουν  πώς να διαλύσουν αυτήν την χιονοστιβάδα, αλλά την κάνουν μεγαλύτερη. Βλέπεις, το  χιονάκι είναι λίγο στην αρχή. Αν κυλήση στον κατήφορο , γίνεται ένας σβώλος . Ο  σβώλος,  καθώς  μαζεύει  και  άλλο  χιόνι ,  ξύλα ,  πέτρες  κ .λπ.,  γίνεται  σιγά‐σιγά   μεγαλύτερος‐μεγαλύτερος, και τελικά γίνεται ολόκληρη χιονοστιβάδα . Έτσι και το  κακό λίγο‐λίγο έχει γίνει πια χιονοστιβάδα και κυλάει, τώρα θέλει βόμβα για να  σπάση.   – Αγωνιάτε, Γέροντα;   – Άχ , τί άσπρισαν τα γένια μου πρόωρα; Εγώ πονάω δυο φορές , μία , όταν  προβλέπω μία κατάσταση και φωνάζω, για να προλάβουμε ένα κακό που πρόκειται  να  γίνη,  και  μία ,  όταν  δεν  δίνουν  σημασία  –  ίσως  όχι  από  περιφρόνηση  –,  και  συμβαίνη  μετά  το  κακό  και  μου  ζητούν  τότε  την  συμπαράστασή  μου.  Τώρα  καταλαβαίνω τί τραβούσαν οι Προφήτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες!  Πιό μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρʹ όλου που δεν πέθαναν όλοι με  μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν, ενώ οι Προφήτες έβλεπαν  μία κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν‐φώναζαν, και οι άλλοι τον χαβά  τους.  Και  όταν  έφθανε  η  ώρα  και  ερχόταν  η  οργή  του  Θεού  εξ  αιτίας  τους,  βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους . Τουλάχιστον όμως τότε τόσο έφθανε το μυαλό  των  ανθρώπων.  Άφηναν  τον  Θεό  και  προσκυνούσαν  τα  είδωλα.  Σήμερα  που  καταλαβαίνουν, είναι η μεγαλύτερη ειδωλολατρία. 
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο διάβολος βάλθηκε να καταστρέψη τα πλάσματα του Θεού. Έχει κάνει παγοινιά (Παγοινιά ή παγγεν(ε)ία (πάντες από κοινού, πάν το κοινόν) : εργασία την οποία αναλαμβάνουν όλοι μαζί οι αδελφοί μίας Μονής ή μίας Σκήτης.) , να καταστρέψη τον κόσμο. Λύσσαξε, γιατί άρχισε να μπαίνη στον κόσμο η καλή ανησυχία. Είναι πολύ αγριεμένος, γιατί γνωρίζει ότι είναι λίγη η δράση του (Βλ. Αποκ. 12, 12). Τώρα κάνει όπως ένας εγκληματίας πού, όταν τον κυκλώνουν, λέει: «Δεν έχω σωτηρία! Θα με πιάσουν!». και τα κάνει όλα γυαλιά‐καρφιά. Ή όπως οι στρατιώτες, που εν καιρώ πολέμου, όταν τελειώσουν τα πυρομαχικά, βγάζουν την λόγχη ή το σπαθί και ρίχνονται και ό,τι γίνει. Σού λέει: «Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, ας σκοτώσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε». Ο κόσμος καίγεται! Το καταλαβαίνετε; Έπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά έχει βάλει ο διάβολος, που ούτε όλοι οι πυροσβέστες αν μαζευθούν, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, αναγκάζονται οι άνθρωποι να στραφούν στον Θεό και να Τον παρακαλέσουν να ρίξη μία βροχή γερή, για να σβήση. Έτσι και για την πνευματική πυρκαγιά που άναψε ο διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, για να βοηθήση ο Θεός.
Όλος ο κόσμος πάει να γίνη μία περίπτωση. Γενικό ξεχαρβάλωμα! Δεν είναι να πής: «Σʹ ένα σπίτι χάλασε λίγο το παράθυρο ή κάτι άλλο, ας το διορθώσω». Όλο το σπίτι είναι ξεχαρβαλωμένο. Έχει γίνει χαλασμένο χωριό. Δεν ελέγχεται πια η κατάσταση. Μόνον από πάνω, ό,τι κάνει ο Θεός. Τώρα είναι να δουλεύη ο Θεός με το κατσαβίδι, με χάδια, με σκαμπίλια, να το διορθώση. Μία πληγή έχει ο κόσμος που κιτρίνισε και θέλει σπάσιμο, αλλά ακόμη δεν ωρίμασε καλά. Πάει να ωριμάση το κακό, όπως τότε στην Ιεριχώ (Βλ. Ι. Ναυή 6, 24) που ήταν για απολύμανση.

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη» ‐ σ.14 ‐

Ο θεληματάρης υποτακτικός


Ένας υποτακτικός στα Καυσοκαλύβια είχε πολύ θέλημα, και για ό,τι του έλεγε ο λογισμός του επέμενε στον Γέροντα του, για να πάρη ευλογία. (Δηλαδή έπαιρνε ευλογία με εκβιασμό, για να κάνη το θέλημα του).
Μια μέρα, λοιπόν, ενώ εργαζόταν μαζί με τον Γέροντα του και ήταν απαραίτητος, γιατί τον βοηθούσε σε κάτι, λέει στον Γέροντα:
‐ Δωσ’ μου ευλογία να πάω να κοιμηθώ δέκα λεπτά.
Ο Γέροντας του απήντησε:
‐ Κάνε λίγο υπομονή, παιδί μου, γιατί τώρα πρέπει να κρατάς λίγο εδώ αυτό που φτιάχνω· σε μισή ώρα τελειώνουμε και κοιμάσαι.
Ο υποτακτικός επέμενε συνέχεια, για να πάρη ευλογία. Ο Γέροντας ξανά του λέει:
‐ Ευλογημένε, για δέκα λεπτά που θέλεις να κοιμηθής, τι ύπνο θα κάνης;
Κι εκείνος απήντησε:
‐ Δωσ’ μου ευλογία, και εγώ θα κοιμηθώ.
Τελικά ο Γέροντας αναγκάσθηκε να του δώση ευλογία, αφού επέμενε συνέχεια, και εκείνο πήγε να κοιμηθή.
Μόλις όμως έπεσε στο κρεβάτι, βλέπει ξαφνικά τον σατανά να ορμάη επάνω του με λύσσα, να τον αρπάζη με θυμό και να τον στύβη σαν λεμονόκουπα. Το θεληματάρικο Καλογέρι προσπαθούσε να του ξεφύγη, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσε. Επανω δε στην μεγάλη του αγωνία, αναγκάστηκε να πη την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με, για το χατίρι του Γέροντα μου».
Τότε ο σατανάς κάηκε από την ευχή, η οποία είχε και συντριβή, διότι ο υποτακτικός συναισθάνθηκε την παρακοή του και την αναξιότητα του και κατάλαβε ότι δεν είχε μούτρα να ζητήση βοήθεια ο ίδιος, αλλά παρακάλεσε να τον ελεήση ο Χριστός για το χατίρι του Γέροντα του. Αυτό φυσικά ήταν που έκαψε τον διάβολο, και θυμωμένος τον πέταξε από τα χέρια του έξω από το παράθυρο, μακριά περίπου πενήντα μέτρα, χωρίς να πάθη κακό· τον φύλαξε ο Θεός!
Έτρεξε μετά κατατρομαγμένος στον Γέροντα του και του διηγήθηκε το φοβερό όραμα. Ο Γέροντας απόρησε! Μέσα σε δέκα λεπτά να συμβούν όλα αυτά τα γεγονότα!
Μετά από το μάθημα που πήρε από τον πειρασμό, κατά παραχώρηση Θεού, το Καλογέρι αυτό έγινε ο πιο υκάκουος υποτακτικός της Σκήτης και πρόκοψε πνευματικά.

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες ‐ σ.57 ‐

Οι δύο φαντασμένοι Μοναχοί που πλανέθηκαν


Κάποτε δύο νέοι, που ήταν πολύ αγαπημένοι από τον κόσμο, είχαν έρθει στο Άγιον Όρος και έγιναν Μοναχοί. Δυστυχώς όμως δεν συμβουλεύονταν μεγαλυτέρους ούτε και άκουγαν συμβουλή μεγαλυτέρου, αλλά άκουγαν το παιδικό τους μυαλό, που συμφωνούσε πάντα του ενός με του άλλου για θέματα πνευματικά. Άλλοτε έκαναν μεγάλες νηστείες, μέχρι που απέκαμαν και μετά το έριχναν στο πολύ φαγητό, και άλλοτε έκαναν τους έγκλειστους Ησυχαστάς, με παιδικό εγωισμό, και μετά έτρεχαν να βρουν ανθρώπους, για να μιλούν συνέχεια και να αργολογούν. Με άλλα λόγια, ο πονηρός τους πετούσε από τα δεξιά στα αριστερά και πάλι από τα αριστερά στα δεξιά, όπως έπαιζαν και αυτοί με το δικό τους παιδικό μυαλό με την Καλογερική.
Μεταξύ τους όμως είχαν αγάπη αδελφική. Αλλά τι το θέλεις; Έβλαψαν τα μυαλά τους με τον εγωισμό τους, αφού δεν άκουγαν κανέναν μεγαλύτερο, και ο ένας ανέπαυε τον άλλο στο θέλημα του. Είχαν δε υποσχεθή να μη χωρισθούν ποτέ ούτε σ’ αυτή την ζωή ούτε και στην άλλη. Ο πονηρός όμως το εκμεταλλεύτηκε αυτό και τους άνοιξε, δυστυχώς, δουλεία!
Μια μέρα λοιπόν λέει ο ένας στον άλλο:
‐ Μου πέρασε ένας λογισμός, αδελφέ μου, ότι αυτό που υποσχεθήκαμε, να πεθάνουμε και οι δυο μια μέρα, δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνη. Το πιο σίγουρο για την υπόσχεση μας είναι να ραφτούμε και οι δυο μαζί, όπως ράβουν τους νεκρούς, και να πέσουμε στην θάλασσα.
Δυστυχώς, το δέχθηκε και ο άλλος με χαρά. Παίρνουν λοιπόν μια κουβέρτα, σπάγκο και σακοράφα και πηγαίνουν για την θάλασσα χαρούμενοι. Αφού ράφτηκαν καλά, επάνω σ’ έναν βράχο, έπεσαν κάτω στην θάλασσα. Επόμενο ήταν, όπως ήταν τυλιγμένοι και ραμμένοι, να πνιγούν μια μέρα και οι δύο.
Πέρασε αρκετό διάστημα, και τα πτώματα τους βρέθηκαν στην ακροθαλασσιά του Βόλου. (Αυτό έγινε γύρω στο 1912).
Το θλιβερό αυτό γεγονός που μας συγκλονίζει, μας φρενάρει κιόλας, για να είμεθα προσεκτικοί. Παράλληλα όμως και μας υποχρεώνει να παρακαλέσουμε τον Θεό να μη θεωρήση για αυτοκτονία αυτή την αυτοκτονία των αδελφών μας, αλλά να την παραβλέψη σαν παιδική μεγάλη αταξία. Αμήν.

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες ‐ σ.56 ‐

Ο Γερο‐Αββακούμ


Πρόσφατα, το 1979, ανεπαύθη ο Γερο‐Αββακούμ, ο οποίος έμενε στην Ι. Μονή της Λαύρας και είχε το χάρισμα να αποστηθίζη ολόκληρα κεφάλαια από την Αγία Γραφή. Παλιά ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, αλλ’ ένα περιστατικό τον έκανε να φύγη κατατρομαγμένος για την Λαύρα, όπου έμεινε μέχρι τις τελευταίες μέρες που πλησίαζε πια να φύγη για την αληθινή ζωή.
Μια μέρα, λοιπόν, τότε που βρισκόταν στην Βίγλα ο Γερο‐Αββακούμ, ενώ έκανε κομποσχοίνι επάνω σ’ έναν βράχο, του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο διάβολος ως «Άγγελος φωτός» και του λέει:
‐ Αββακούμ, Αββακούμ, ο Θεός με έστειλε να σε πάρω στον Παράδεισο, γιατί έγινες πια Άγγελος· άντε να πετάξουμε.
Ο Γερο‐Αββακούμ τάχασε και φοβισμένος του απήντησε:
‐ Πώς να πετάξω; Εσύ έχεις φτερά και πετάς.
Και ο δήθεν Άγγελος του λέει:
‐ Και εσύ, Αββακούμ, έχεις φτερά, έγινες Άγγελος, αλλά δεν τα βλέπεις.
Τότε ο Γερο‐Αββακούμ έκανε ταπεινά τον Σταυρό του και είπε:
‐ Παναγία μου, τί είμαι εγώ, για να πετάξω;
Δεν πρόλαβε να τελειώση τα ταπεινά λόγια του και βλέπει εκείνον τον δήθεν Άγγελο να μεταβάλλεται απότομα σε μαύρο αλλόκοτο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας, να πετάγεται κάτω στον γκρεμό προς την θάλασσα και να εξαφανίζεται.
Κατατρομαγμένος τότε ο Γερο‐Αββακούμ και ευχαριστώντας την Παναγία, που τον προστάτεψε, γιατί θα τον γκρέμιζε στο χάος ο πονηρός, πηγαίνει στην Καλύβη του, παίρνει τον τουρβά του και φεύγει για την Μονή της Λαύρας και κοινοβιάζει πλέον εκεί για μεγαλύτερη σιγουριά. Στο Ασκητήριο του μετά πήγαινε τρεις‐τέσσερις φορές τον χρόνο και έκανε Λειτουργίες και πάλι επέστρεφε στην Μονή της Λαύρας.
Όταν πλησίαζε πια να κοιμηθή, είχε λάβει πληροφορία και πήγε στο Ασκητήριο του, για να αφήση τα οστά του εκεί στην Μετάνοια του, όπου είχε αφήσει και τις σάρκες του, όταν ήταν νεώτερος, με τους υπερφυσικούς ασκητικούς αγώνες που έκανε, για να εξαϋλωθή κάπως, όπως το απαιτεί το Αγγελικό Σχήμα. Εκεί στην Βίγλα τον επισκέπτονταν οι Πατέρες και τον έβλεπαν πολύ χαρούμενο. Ένας Πατέρας μάλιστα απορούσε γι’ αυτό και του είπε:
‐ Πολύ χαρούμενο σε βλέπω, Γερο‐Αββακούμ, ενώ κοντεύεις πια να πεθάνης!
Ο Γερο‐Αββακούμ απήντησε:
‐ Και γιατί να μην είμαι χαρούμενος, αδελφέ μου; Αφού αγωνίστηκα, όσο μπορούσα, από νέος με την Χάρη του Θεού, τώρα χαίρομαι που θα πάω κοντα΄στον Χριστό.
Έτσι χαρούμενοι φεύγουν οι καλοί αγωνισταί του Χριστού!

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες ‐ σ.56 ‐

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Ασφάλειες καί... ανασφάλεια


  Σήμερα  ο  κόσμος  γέμισε  ασφάλειες‐ανασφάλειες,  αλλά ,  για  να  είναι  απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμμιά  εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Και επειδή δεν  τους βοηθούν οι ανθρώπινες ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπούν στο καράβι της  Εκκλησίας,  για  να  νιώσουν  πνευματική  ασφάλεια ,  γιατί  βλέπουν  ότι  το  κοσμικό  καράβι βούλιαξε. Αν όμως δούν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό,  ότι και εκεί έχουν πιασθή από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα,  τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιασθούν.  Ο  κόσμος  υποφέρει,  χάνεται  και  δυστυχώς  είναι  αναγκασμένοι  όλοι  οι  άνθρωποι να ζουν μέσα σʹ αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι  μία μεγάλη εγκατάλειψη, μία αδιαφορία – ιδίως τώρα – από παντού. Δεν έχουν από  που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: «Ο πνιγμένος απʹ τα μαλλιά του πιάνεται».  Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή , να σωθή . Βλέπεις , το  καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι . Μά , αφού το καράβι  κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από  το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να  ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σʹ  αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό  τους σʹ Αυτόν, θα βασανίζωνται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!  Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά  θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πώς θα εκτιμήσουν την Εκκλησία . Αρκεί εμείς να  είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν  πλέον  καταλάβει  ότι,  αν  κάποιοι  μπορούν  να  βοηθήσουν  τώρα  σʹ  αυτό  το  τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σάς  φαίνεται παράξενο! Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί  και μου είπαν: «Οι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται».  Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τί κατάσταση βρισκόμαστε και τί μας περιμένει!...

ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ      ΛΟΓΟΙ  Α’ 
     
ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ  ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 
         
ΙΕΡΟΝ  ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ  «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ  ΙΩΑΝΝΗΣ  Ο  ΘΕΟΛΟΓΟΣ»  ΣΟΥΡΩΤΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  1998

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Οι απροετοίμαστοι κληρικοί, που εμποδίσθηκαν από τον Θεό και δεν  λειτούργησαν

Κάποτε,  στην  Σπηλιά  του  Αγίου  Αθανασίου  ήταν  ένας  Γέροντας  με  δύο  υποτακτικούς. Ο ένας ήταν Ιερομόναχος και ο άλλος Ιεροδιάκονος. Μια μέρα, λοιπόν,  πήγαν οι υποτακτικοί του σ’ ένα εξωκκλήσι , για να λειτουργήσουν. Ο Ιερεύς όμως  φθονούσε πολύ τον Διάκο, γιατί τον ζήλευε , επειδή ο Διάκος ήταν πιο έξυπνος και  επιτήδειος φυσικά σε όλα· αλλά και ο Διάκος δεν βοηθούσε με τον εγωιστικό του  τρόπο.  Ο Ιερεύς είχε προετοιμασθή μεν εξωτερικά, διαβάζοντας την θεία Μετάληψη  και κάνοντας όλα τα σχετικά τυπικά, δυστυχώς όμως , το κυριότερο, την εσωτερική προετοιμασία, δεν το έκανε: το να εξομολογηθή ταπεινά, για να διώξη τον φθόνο και την ζήλεια απ’ την καρδιά του, τα οποία δεν φεύγουν με το να αλλάξουμε τα ρούχα  μας και να λούσουμε το κεφάλι.  
Έτσι,  λοιπόν ,  με  την  εξωτερική  αυτή  προετοιμασία  προχώρησε  στο  φοβερό  Θυσιαστήριο,  για να  λειτουργήση .  Μόλις  άρχισε  να  προσκομίζη ,  τί  συνέβη  όμως ;  Ακούστηκε ξαφνικά ένας μεγάλος κρότος, και είδε να φεύγη το Άγιο Δισκάριο από  την Προσκομιδή και να εξαφανίζεται! Επόμενο ήταν να μη μπορέσουν πια να λειτουργήσουν. Εάν δεν τους εμπόδιζε  ο  Καλός  Θεός  με αυτόν  τον  τρόπο,  και  λειτουργούσε  ο  Ιερεύς  με  την  ψυχική  κατάσταση στην οποία βρισκόταν, μου λέει ο λογισμός ότι θα πάθαινε μεγάλο κακό.  Αυτή  την  γνώμη  είχε  και  ο  Παπα‐Βαρλαάμ της Βίγλας ,  ο  οποίος  και  μου  διηγήθηκε το περιστατικό αυτό.  

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες

Ο Ιερομόναχος … που ταλαιπωρήθηκε από τον πειρασμό για έναν  υπερήφανο λογισμό

Κάποτε,  σε  μια  Μονή  ήταν  ένας  Ιερομόναχος  που  φαινόταν  ευλαβής  μεν  εξωτερικά,  αλλά εσωτερικά  είχε  κρυφή  υπερηφάνεια.  Σε  όλα  του  ήταν  τυπικός,  ευγενικός και αγωνιστής και νουθετούσε πνευματικά τους άλλους, γιατί ήταν και  λόγιος.  Ο  ίδιος  όμως  δεν  βοηθιόταν  από κανέναν,  γιατί  δίσταζαν  οι  άλλοι ,  από  σεβασμό,  να  του  πουν  κάτι  που  έβλεπαν  σ’  αυτόν .  Είχε  δε  δημιουργήσει  ψευδαισθήσεις, όχι μόνο στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον εαυτό του, ότι είναι ο  πιο ενάρετος της Μονής κ.λπ.  Μια  μέρα ,  λοιπόν ,  είχαν  φέρει  στην  Μονή  έναν δαιμονισμένο,  και  ο  Ηγούμενος  είχε  αναθέσει  σ’  αυτόν  τον  Ιερομόναχο  να  του  διαβάση εξορκισμούς.  Παράλληλα δε, είχε πει να κάνουν και οι Πατέρες κομποσχοίνι, για να ελευθερωθή το πλάσμα του Θεού . Επόμενο φυσικά ήταν να στριμωχθή πολύ το δαιμόνιο και να  φωνάζη:  ‐ Πού με διώχνεις, άσπλαγχνε;  Ο πονηρός έβαλε και την πονηριά του, για να δώση την εντύπωση στον Παπά ότι αυτός τον διώχνει! Και εκείνος απαντά στον δαίμονα:  ‐ Να έρθης σ’ εμένα.  Από εκείνη την στιγμή τον εξουσίαζε πια τον Ιερομόναχο ο δαίμονας.  Το είχε πει μεν αυτό ο Άγιος Παρθένιος σε έναν δαίμονα , όταν τον έδιωχνε,  αλλ’ εκείνος ήταν Άγιος, γι’ αυτό και το δαιμόνιο του είχε απαντήσει: «Και μόνο το  όνομα σου με καίει, Παρθένιε!»  Αφού λοιπόν είχε δεχθή την δαιμονική επίδραση ο Ιερεύς, ταλαιπωρείτο χρόνια  ολόκληρα και δεν μπορούσε να αναπαυθή πουθενά. Συνέχεια γύριζε, πότε έξω στον  κόσμο και πότε μέσα στο Άγιον Όρος. Του είχε δε δημιουργήσει αυτή η κατάσταση και  ψυχική κούραση αλλά και σωματική κόπωση με τρεμούλα.  Στα τελευταία πια χρόνια της ζωής του είχε απαλλαχθή από το δαιμόνιο, γιατί  είχε ταπεινωθή πολύ από αυτόν τον πειρασμό, ο οποίος του άφησε πολλή ωφέλεια,  άθελα του φυσικά. Στο εξής πάντα μιλούσε ταπεινά και ζητούσε συμβουλές για τον  εαυτό του.  

Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες

Ο Παπα‐Σάββας, ο Εσφιγμενίτης

Ένας  από  τους  πιο  αγαπημένους  φίλους  του  Παπα‐Τύχωνα  ήταν  και  ο  ευλαβέστατος Παπα‐Σάββας, ο οποίος είχε την αδιάλειπτη προσευχή και είχε φθάσει  [//95] μάλιστα σε μεγάλη πνευματική κατάσταση. Ο Παπα‐Σάββας είχε έρθει από δέκα  τεσσάρων χρονών, μικρό παιδί, αφήνοντας τους γονείς του και την πατρίδα του, την  Φιλιππιάδα, και κλείστηκε στο Περιβόλι της Παναγίας, όχι για να παίξη, αλλά για να  παλέψη.  Και  πράγματι,  αγωνίσθηκε  παλικαρίσια,  έγινε αθλητής  του  Χριστού  και  στεφανώθηκε.  Αιτία της φυγής του από τον κόσμο, όπως μου έλεγε, ήταν ο βίος του Αγίου  Ιωάννου του Καλυβίτου, ο οποίος του άναψε στην καρδιά του την γλυκιά φλόγα της  αγάπης του Χριστού, και έτσι ήρθε στο Άγιον Όρος, στην Ι. Μονή Εσφιγμένου. Αγωνίστηκε  πολύ  φιλότιμα  από  μικρός  μέχρι  τα  γεράματα  του  ο  ΠαπαΣάββας,  χωρίς  να υπολογίζη  τον  εαυτό  του ,  γι ’  αυτό  και  σκεφτόταν  πάντα  τους  άλλους και προσπαθούσε πώς να αναπαύση τον καθέναν.  Μετά  από  μια  πολυχρόνια  σκληρή  άσκηση  επόμενο  ήταν  να υποστή και  ορισμένες σωματικές βλάβες, να έχη προβλήματα με την υγεία του. Ο Αθλητής του  Χριστού όμως τους πόνους τους πανηγύριζε με την υπομονή , ενθυμούμενος τους  Αγίους Μάρτυρες, και δοξολογούσε τον Θεό.  Όταν τον ρωτούσα «πώς πάει η υγεία σας», εκείνος μου έλεγε:  «Δόξα τω Θεώ, πολύ καλά . Εγώ τίποτα δεν υποφέρω εν συγκρίσει με τους  Αγίους  Μάρτυρες,  όπως  και  δεν έχω  κάνει  τίποτα  εν  συγκρίσει  με  τους  Οσίους  Πατέρες» ‐ ενώ ποτέ του δεν παρέλειψε τα πνευματικά του καθήκοντα μέχρι τα  γεράματα του, όταν τον είχαν εγκαταλείψει πια οι σωματικές του δυνάμεις, και οι  πόνοι είχαν δυναμώσει· ο Παπα‐Σάββας ήταν πάντα χαρούμενος στους πόνους και  συνέχεια έλεγε Δόξα σοι ο Θεός.  Οι Πατέρες της Μονής από αγάπη τον πήγαν στην Αθήνα για εξετάσεις σε  κλινική, κι εκείνος έκανε υπακοή [//96] σαν καλός Κοινοβιάτης . Ο φιλήσυχος όμως Παπα‐Σάββας δυσκολεύτηκε περισσότερο από τον κοσμικό θόρυβο παρά από τους  πόνους  της αρρώστιας  και  παρακάλεσε  τους  Πατέρες  να  τον  φέρουν  πάλι  στην  Μετάνοια του, στο Περιβόλι της Παναγίας.  Οι  Πατέρες  το  δέχθηκαν  και  τον  πήγαν  προσωρινά  στην  Ι .  Μονή  Χρυσοβαλάντου, για να συνέλθη λίγο, και μετά να φύγουν για το Άγιον Όρος . Ένα  βράδυ όμως είχε πλημμυρίσει από άρρητη ευωδία όλη η Μονή, και η Γερόντισσα δεν  μπορούσε να το εξηγήση! Σε λίγο διεπίστωσαν ότι η ευωδία έβγαινε από το κελλί ,  όπου έμενε ο Παπα‐Σάββας. Όταν άνοιξαν την πόρτα, γέμισε ο τόπος από άρωμα, και  βρήκαν τον Παπα‐Σάββα να έχη παραδώσει το πνεύμα του. Τότε κατάλαβαν ότι το  άρωμα αυτό έβγαινε από την αρωματισμένη ψυχή του Παπα‐Σάββα. Ήρθαν μετά και  οι Πατέρες και τον μετέφεραν στην Μετάνοια του. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν. 


 Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες

Ο Γερο‐Εφραίμ «ο τάλας» 

Απέναντι από το Κελλί του Γερο‐Υπάτιου (τα Βλάχικα Κελλιά), πάνω από τα  Κατουνάκια,  φαίνεται  μια  σπηλιά,  η  οποία ,  όπως  διηγούνται  οι  Γεροντάδες ,  επί  Τουρκοκρατίας ήταν σπηλιά ληστών. Αυτή λοιπόν την σπηλιά ο Γερο‐Εφραίμ την  μετέτρεψε σε θείο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, διότι την αγίασε με την αγία του ζωή.  Ο  Γερο‐Εφραίμ  καταγόταν από  την  Θεσσαλία.  Είχε  ψυχή  ευαίσθητη  και  ταπεινή και πνεύμα ανδρείο και αγωνιστικό.  Έλεγε ο Παπα‐Ιερόθεος και ο Παπα‐Μακάριος από την Κερασιά ότι ο ΓεροΕφραίμ ήταν σαν τους Αββάδες της παλαιάς εποχής της Νιτρίας και Θηβαΐδος . Τα ίδια έλεγαν και οι ευλαβείς Γεροντάδες από τον Άγιο Βασίλειο , όπως επίσης και οι  γείτονες του Συνασκητές. Όλοι τον παραδέχονταν για τις αρετές του και κυρίως για  την  μεγάλη του  ταπείνωση  και  αφάνεια ,  ενώ  αυτός  αποκαλούσε  τον  εαυτό  του  ταλαίπωρο. Από ένα‐δύο περιστατικά , που θα αναφέρω, πολλά θα καταλάβουν οι  καλοπροαίρετοι, που αγωνίζονται στην αφάνεια.  Επειδή οι Πατέρες κατέβαιναν και αγόραζαν κάτι (τρόφιμα κ.λπ.) ή έπαιρναν  ευλογία από Μοναστήρια (παξιμάδι ή κηπουρικά), κατέβαινε και ο Γερο‐Εφραίμ την  νύχτα κρυφά και γέμιζε τον τουρβά του με άδεια κονσερβοκούτια από τους λάκκους  και την ημέρα ανέβαινε και αυτός φορτωμένος για το Ασκηταριό του, και έτσι έδινε  την εντύπωση στους άλλους ότι κουβαλάει τρόφιμα. Όταν έφθανε στην σπηλιά του,  άδειαζε τα αδειανά κονσερβοκούτια, που είχε στον τουρβά του, μπροστά στην πόρτα της σπηλιάς, για να τα βλέπουν οι επισκέπτες και να σχηματίζουν την εντύπωση ότι  είναι γαστρίμαργος, ενώ αυτός έκανε μεγάλες νηστείες. Μάλιστα, από την [//90] πολλή άσκηση και την πολλή υγρασία που είχε η σπηλιά , είχε προσβληθή αργότερα από  φυματίωση. Γι ’ αυτό και αναγκάστηκε να κτίση μόνος του , λίγο πιο πέρα από την  σπηλιά σε προσήλιο τόπο, ένα μικρό καλυβάκι με ξερολιθιά, που μόλις τον χωρούσε.  Το  ίδιο  δε  τυπικό συνέχισε  και  εκεί·  να  κουβαλάη  κρυφά  αδειανά  κονσερβοκούτιου από τους λάκκους και να τα αφήνη έξω από την πόρτα του. Όσοι τα  έβλεπαν, επειδή δεν γνώριζαν την πραγματικότητα, έλεγαν:  ‐ Τί κάνει αυτός εδώ; Δεν άφησε κονσέρβα για κονσέρβα!  Όσες ευλογίες του έδιναν καμιά φορά οι Πατέρες, τις δεχόταν με χαρά, αλλά  πήγαινε  την νύχτα  και  τις  άφηνε  έξω  από  τα  Καλύβια  των  Πατέρων  που  είχαν  ανάγκη ή σε αρρώστους, τους οποίους και υπηρετούσε.  Ο ίδιος είχε πολλή αυταπάρνηση και ήταν αφημένος στην Πρόνοια του Θεού.  Κάποτε που είχε αποκλειστή από τα πολλά χιόνια στην σπηλιά, ο Καλός Θεός έστειλε  τρόφιμα στον Γερο‐Εφραίμ με έναν άνθρωπο, ο οποίος, αφού του άφησε ένα τουρβά  με  ευλογίες,  εξαφανίστηκε  μπροστά  από  τα  μάτια  του Γερο‐Εφραίμ!  Ο  Γέροντας  δόξασε τον Θεό και πέρασε όλο τον χειμώνα με εκείνη την ευλογία του Θεού.  Παρ’  όλα  αυτά  που  ανέφερα ,  ο  Γερο‐Εφραίμ  είχε  πολλή αυτομεμψία ,  και  ορισμένοι πίστευαν, δυστυχώς, όσα έλεγε κατηγορώντας τον εαυτό του.  Έτσι ταπεινά και στην αφάνεια τελείωσε τον σκληρό αγώνα του για την αγάπη  του Χριστού και ανεπαύθη εν Κυρίω το 1962. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.  

 Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες

Ο άγνωστος Αναχωρητής (μάλλον ένας από τους αφανείς Αναχωρητάς του Άθωνα)

Όταν είχα έρθει στο Άγιον Όρος για πρώτη φορά, το 1950, ανεβαίνοντας από τα  Καυσοκαλύβια για την Αγία Άννα, είχα χάσει τον δρόμο· αντί να πάρω τον δρόμο για  την Σκήτη της Αγίας Άννης, προχώρησα για την κορυφή του Άθωνα . Αφού βάδισα  αρκετά,  κατάλαβα  ότι  πάω  ψηλά  και έψαχνα  να  βρω  κανένα  μονοπάτι  να  βγω  σύντομα. Επάνω λοιπόν σ’ αυτή την αγωνία μου, ενώ παρακαλούσα την Παναγία να  με βοηθήση, ξαφνικά μου παρουσιάζεται ένας Αναχωρητής με φωτεινό πρόσωπο – θα  ήταν γύρω στα εβδομήντα χρόνια – που έδειχνε από την ενδυμασία του να μην είχε  επαφή  με  ανθρώπους.  Φορούσε  ένα  ζωστικό  σαν  από  καραβοπάνι ,  αλλά  πολύ ξεθωριασμένο  και  κατατρυπημένο.  Τις  δε  τρύπες  τις  είχε  πιασμένες  με  ξύλινα  σουβλιά, όπως πιάνουν οι γεωργοί τα τρύπια σακιά, όταν δεν έχουν σακοράφα και  σπάγγο. Είχε επίσης έναν τουρβά δερμάτινο, ξεθωριασμένο και τις τρύπες πιασμένες  πάλι με τον ίδιο τρόπο. Στον δε λαιμό του είχε μια χονδρή αλυσίδα, που κρατούσε ένα  κουτί μπροστά στο στήθος του. Φαίνεται είχε κάτι το ιερό! Πριν λοιπόν τον ρωτήσω εγώ, μου είπε εκείνος:  ‐ Παιδί μου, δεν πάει για την Αγία Άννα αυτός ο δρόμος , και μου έδειξε το  μονοπάτι.  Απ’ όλο το παρουσιαστικό του φαινόταν Άγιος! Ρώτησα μετά τον Ερημίτη:  ‐ Πού μένεις, Γέροντα;  Κι εκείνος μου απήντησε:  ‐ Κάπου εδώ, και μου έδειχνε την κορυφή του Άθωνα.  Επειδή είχα περιπλανηθή δεξιά και αριστερά, ψάχνοντας να βρω Γέροντα να με πληροφορή εσωτερικά, είχα ξεχάσει και τι ημέρα είναι και πόσο έχει ο μήνας. Ρώτησα  λοιπόν  τον Ερημίτη  και  μου  είπε  ότι  ήταν  Παρασκευή .  Μετά  έβγαλε  ένα  μικρό  σακουλάκι δερμάτινο, το οποίο είχε μέσα κάτι ξυλάκια με χαρακιές, και από τις  χαρακιές που είδε, μου είπε πόσο είχε ο μήνας. Πήρα μετά την ευχή του, προχώρησα από το μονοπάτι που μου έδειξε και βγήκα στην Σκήτη της Αγίας Άννης. Ο νους μου  όμως συνέχεια γύριζε στο φωτεινό πρόσωπο του Αναχωρητού, που ακτινοβολούσε.  Αργότερα, όταν είχα ακούσει ότι υπάρχουν στην κορυφή του Άθωνα δώδεκα Αναχωρηταί – άλλοι έλεγαν επτά – είχα μπη σε λογισμούς και το είχα διηγηθή σε  έμπειρους Γεροντάδες αυτό που είδα, οι οποίοι μου είπαν:  ‐ Θα ήταν και αυτός ένας από τους Οσίους Αναχωρητάς που ζουν στην αφάνεια  στην κορυφή του Άθωνα!  

 Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες

Ο Αναχωρητής του Άθωνα, Πατήρ Σεραφείμ


  Ένας ευλαβής νέος από την Αθήνα, από πλούσια οικογένεια, είχε χάσει την  μητέρα του από βαριά αρρώστια και όλως ξαφνικά πέθανε και ο πατέρας του μετά  από λίγο διάστημα. Ο θάνατος των γονέων του τον συγκλόνισε πολύ, και αυτό έγινε  αιτία να φιλοσοφήση την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Μοιράζει λοιπόν όλη του  την περουσία στους φτωχούς, αφήνει το μεγάλο του εμπορικό κατάστημα στους  υπαλλήλους του και έρχεται στο Άγιον Όρος.  Περνώντας από την Νέα Σκήτη, γνώρισε τον Παπα‐Νεόφυτο που έμενε στην  Καλύβη  του  Αγίου  Δημητρίου,  όπου  φιλοξενήθηκε  και  εξομολογήθηκε .  Ο  ΠαπαΝεόφυτος του διηγήθηκε πολλά για τους Ασκητάς, και άναψε πολύ ο θείος πόθος ,  όταν άκουσε για τους Αναχωρητάς στην κορυφή του Άθωνα. Ζήτησε μετά ευλογία  από τον Παπα‐Νεόφυτο να τον δεχτή στην Συνοδία του, να καρή Μοναχός, και μετά  να του δώση ευλογία να ασκητέψη ψηλά στον Άθωνα. Ο Παπα‐Νεόφυτος, επειδή τον  είδε πολύ ταπεινό και ευλαβή, τον δέχθηκε , αλλά τον κράτησε με τα λαϊκά και τον  προετοίμαζε πνευματικά, αθόρυβα , πέντε χρόνια , χωρίς να γνωρίζουν οι άλλοι τον  ιερό σκοπό του νέου, ο οποίος απέφευγε ακόμη και τις συναντήσεις με τους Πατέρες  της Σκήτης. Αφού λοιπόν εκπαιδεύτηκε πνευματικά πέντε χρόνια, τον έκανε Μοναχό  ο Γέροντας, τον ονόμασε Σεραφείμ και του έδωσε την ευχή του να ασκητέψη ψηλά  στον Άθωνα, χωρίς να βλέπη άνθρωπο. 
Μετά από τρία χρόνια ήρθε μια φορά, όπως μου διηγήθηκε ο Παπα‐Διονύσιος,  ο παραδελφός του, και τους διηγόταν τους πειρασμούς που συνήντησε στις αρχές,  πώς  τον απειλούσαν  οι  δαίμονες  συνέχεια.  Μια  νύχτα  μάλιστα  του  πέταξαν  μια  παλιά λαμαρίνα, που είχε μπροστά από την σπηλιά του , για να εμποδίζη λίγο τον  πολύ  αέρα και  την  βροχή.  Ο  Πατήρ  Σεραφείμ  όχι  μόνο  δεν  ταράχτηκε ,  αλλά  χαμογελώντας είπε στους δαίμονες:  ‐ Θεός συγχωρέσοι! Καλά κάνατε, γιατί εγώ είχα ασχημύνει την σπηλιά με την  λαμαρίνα που έβαλα.  Είχε εμφανισθή άλλη μια φορά μετά από πέντε χρόνια ο Πατήρ Σεραφείμ, και  ο Παπα‐Νεόφυτος του είχε δώσει ένα Αρτοφόριο με Άγιον Άρτο, και έφυγε πάλι για  την κορυφή του Άθωνα και δεν ξαναφάνηκε πια. Ο Πατήρ Σεραφείμ έγινε Άγγελος «Σεραφείμ»! Πώς να μη πετάξη , αφού  όλα τα πέταξε για τον Χριστό! Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.  

 Αγ. Παϊσίου: Αγιορείται Πατέρες