Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Η γνώση του Θεού


Κύριε ελεήμων, άκουσε την προσευχή μου, κάνε όλους τους λαούς της γης να σε γνωρί­σουν δια του Αγίου Πνεύματος.
Το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο, είναι να γνωρίσεις τον Θεό. Άλλο πράγμα είναι το να πιστεύεις στον Θεό, και άλλο το να Τον γνωρί­ζεις.
Υπό μία έννοια, δεν μπορεί κανείς να «σπουδάσει» τον Θεό παρά μόνο στο μέτρο που έχει γνωρίσει τη χάρη του Αγίου Πνεύμα­τος- διότι πώς θα μπορούσαμε να αναστοχαστούμε και να εντρυφήσουμε σε ένα αντικεί­μενο που δεν έχουμε ούτε δει, ούτε ακούσει, ούτε γνωρίσει;

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΩΫΣΗΣ:΄΄ Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΄΄ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ΄΄ ΤΗΝ ΚΡΥΦΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΑΣ΄΄


΄΄Η νηστεία είναι συνδυασμένη με τη προσευχή και η εγκράτεια με την ελεημοσύνη.Η νηστεία δεν έχει σχέση με τη δίαιτα αλλά είναι η μόνη εκούσια προσφορά των ανθρώπων στο θεό΄΄ υπογραμμίζει στο agioritikovima.gr ο γέροντας Μωϋσής ο Αγιορείτης .

Ο λόγιος μοναχός συπληρώνει΄΄ Η σαρακοστή είναι μία σημαντική ευκαιρία που μας δίνει η Εκκλησία για να προετοιμαστούμε για τη μεγάλη εορτή του Πάσχα.Ευχόμεθα να μην περάσει ανεκμετάλευτη η ευκαιρία αυτή που δίνετε για τον καθένα μας.΄΄

΄΄Τη Σαρακοστή συχνά συμβαίνουν πειρασμοί, δοκιμασίες, σκάνδαλα και πτώσεις. Είναι για να μας ωριμάσουν περισσότερο, να μας ισορροπήσουν και να μας φρονηματίσουν. Η ζωή των χριστιανών, ας μη το λησμονάμε ποτέ, είναι σταυρική.
Δίχως σταύρωση δεν έρχεται ανάσταση. Η Σαρακοστή είναι μια ωραία και καλή προετοιμασία, ένας διάδρομος ημίφωτος, που οδηγεί σε φωτεινό σαλόνι. Τα πόδια της Σαρακοστής είναι η προσευχή και η νηστεία. Προσευχή και νηστεία δίχως ταπείνωση και αγάπη δεν έχουν κανέναν καρπό. Νηστεία και προσευχή θέλουν να μετριάσουν τον πολύ εγωισμό μας.΄΄τονίζει ο Αγιορείτης μοναχός.

Τέλος αναφέρθηκε και στην άγνοια του κόσμου αναφορικά με τη νηστεία λέγοντας΄΄Ο πολύς κόσμος αγνοεί ή δεν θέλει να προσεγγίσει το νόημα των ημερών αυτών, συνεχίζοντας τη μονότονη ζωή του. Ενώ λέει πως η ζωή τον κουράζει, δεν κάνει ούτε βήμα για μια ουσιαστική αλλαγή. Δίαιτα αυστηρή κάνει, αλλά νηστεία δεν κάνει.
Στον ψυχολόγο πηγαίνει, στην τηλεόραση κάθεται ώρες, αλλά στον εξομολόγο δεν πηγαίνει, ούτε στην εκκλησία. Δεν θέλει ο άνθρωπος σήμερα να δώσει κάτι, μόνο να πάρει, δίχως μόχθο και καμία προσωπική θυσία. Φοβάται να δει κατάματα τον εαυτό του. Συστηματικά τον αποφεύγει. Αγωνιά στο εσωτερικό κενό του. Η Σαρακοστή λειτουργεί σαν ακτινογραφικό μηχάνημα, σαν φωτογραφική μηχανή, σαν καθρέφτης. Κατά κάποιο τρόπο τη θεωρούμε αποκρουστική, γιατί θα αποκαλύψει την κρυφή πραγματικότητά μας.΄΄

Του Γιώργου Θεοχάρη

Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Γιατί η μέλλουσα ζωή είναι κρυμμένη από μας;

Αν η μακαριότητα του ουρανού μας είχε αποκαλυφθεί, πόσοι άνθρωποι δεν θα βιάζονταν να φθάσουν εκεί πρόωρα με διάφορους αλόγιστους τρόπους! Πόσοι απ’ αυτούς που υποφέρουν, προκειμένου να γλυτώσουν από τα βάσανα τους και ν’ απολαύσουν μια ώρα αρχύτερα τα αγαθά της αιώνιας ζωής, δεν θ’ άφηναν εκούσια τον κόσμο τούτο, ξεχνώντας τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους! Το θέλημα του Θεού είναι να εκπληρώσουμε ως το τέλος την επίγεια αποστολή μας, τη διάρκεια της οποίας μόνο Εκείνος γνωρίζει και ρυθμίζει. Γι’ αυτό, λοιπόν, έβαλε σαν φύλακα μπροστά στις πύλες της αιωνιότητας το φόβο, τη σιωπή του θανάτου και το αδιαπέραστο σκοτάδι του μέλλοντος.

(Γέροντος Ευστρατίου, Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών, Ι.Μ. Παρακλήτου 2008).

π. Ιερόθεος Βλάχος: Προετοιμασία και βίωση του Πάσχα




Το Πάσχα είναι το κεντρικότερο γεγονός στην λατρευτική, εκκλησιαστική και πνευματική ζωή. Πάσχα είναι η εορτή της Αναστάσεως του Χριστού, Πάσχα είναι η διάβαση του ανθρώπου εκ του θανάτου εις την ζωήν, Πάσχα είναι και η βίωση της Χάριτος του Θεού μέσα στην κεκαθαρμένη καρδιά. Πασχάλια εμπειρία είναι η βίωση της ατμόσφαιρας της αναστάσεως. Όταν η ψυχή αισθανθεί την ανάστασή της από την νέκρωση που είχε υποστεί λόγω των παθών, όταν ο νους αποκτήσει την πνευματική του ελευθερία από την αιχμαλωσία στα πάθη, τότε βιώνεται το Πάσχα.


Χρειάζεται όμως προετοιμασία για να φθάση ο άνθρωπος σε αυτό το γεγονός, να βιώση το Πάσχα προσωπικά. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο θα δούμε λίγες πτυχές από την προετοιμασία και την βίωση του Πάσχα, λαμβάνοντας αφορμή από ένα ευαγγελικό χωρίο και από την ερμηνεία που κάνει σε αυτό ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Ο Ευαγγελιστή Μάρκος περιγράφει τον τελευταίο εορτασμό του Ιουδαϊκού Πάσχα από τον Κύριο και τους Μαθητάς Του. Είναι γνωστό πως την ημέρα του εορτασμού του Πάσχα ο Κύριος παρέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που είναι η βίωση του πνευματικού Πάσχα, η κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού. το κείμενο του Ευαγγελιστού Μάρκου είναι το ακόλουθο:

«καί τῇ πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ὅτε τό πάσχα ἔθυον, λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί αὑτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα φάγῃς τὀ πάσχα; καί΄ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὑτοῦ καί λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τήν πόλιν, καί ἀπαντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῶ, καί ὅπου ἐάν εἰσέλθῃ, εἴπατε τῷ οἰκοδεσπότῃ ὅτι ὁ διδάσκαλος λέγει· ποῦ ἐστί τό κατάλυμά μου ὅπου τό πάσχα μετά τῶν μαθητῶν μου φάγω; καί αὐτός ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον ἔτοιμον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε ἡμῖν» (Μάρκ. ιδ', 12-15).

Η πρώτη ημέρα των αζύμων ήταν η παραμονή του εβραϊκού Πάσχα, γιατί ήταν η πρώτη ημέρα κατά την οποία οι Εβραίοι φρόντιζαν να απομακρύνουν κάθε ένζυμο για να φάγουν κατά την ημέρα του Πάσχα -που ήταν ενθύμηση και ανάμνηση της ελευθερώσεώς τους από την δουλεία των Αιγυπτίων- τα άζυμα μαζί με τον πασχάλιο αμνό, τα πικρά χόρτα κλπ. Κατά την ερμηνεία Βίκτορος Πρεσβυτέρου «πρώτην αζύμων την προ των αζύμων φησίν. ειώθασι γάρ από της εσπέρας την ημέραν αριθμείν αεί». Η αναζήτηση ιδιαιτέρου καταλύματος δείχνει ότι ο Χριστός δεν είχε ιδιαιτέρα κατοικία, «ότι ουκ ήν αυτώ οικία, ουκ ήν καταγώγιον», και ακόμη ότι ο Χριστός με αυτόν τον τρόπο δείχνει «μέχρι της εσχάτης ημέρας, ότι ουκ ην εναντίος τω νόμω». Έτσι ο Κύριος εόρτασε το Ιουδαϊκό Πάσχα, αλλά το μεταμόρφωσε, αφού μετέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, δια του οποίου ο άνθρωπος μεταβαίνει εκ του θανάτου εις την ζωήν, από την φθαρτότητα στην αφθαρσία.

Είναι πολύ σημαντικό ότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ερμηνεύει αυτό το περιστατικό αλληγορικά. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι η αλληγορία των Πατέρων δεν καταργεί το ιστορικό γεγονός, αλλά το μεταφέρει σε άλλη σφαίρα. Με άλλα λόγια οι άγιοι Πατέρες, χρησιμοποιώντας την αλληγορία, δεν επιδιώκουν να αρνηθούν τα ιστορικά γεγονότα, αλλά εκφράζουν τις προσωπικές τους εμπειρίες μέσα από αυτά. Η εκκλησιαστική ζωή που περνά από την καρδιά τους εκφράζεται μέσα από τα ευαγγελικά γεγονότα, και τις ευαγγελικές αλήθειες. Μόνον μέσα από το πρίσμα αυτό μπορούμε να ερμηνεύσουμε ορθόδοξα την αλληγορική ερμηνεία των Πατέρων της Εκκλησίας.

Δυο ερμηνείες παρουσιάζει ο άγιος Μάξιμος, οι οποίες εντάσσονται στην όλη θεολογική διδασκαλία του γύρω από την πνευματική ζωή. Η πρώτη ερμηνεία είναι γενική και η δεύτερη προσωπική.

Κατά την πρώτη ερμηνεία η πόλη στην οποία στέλλει ο Κύριος τους Μαθητάς Του είναι ο αισθητός κόσμος, ο άνθρωπος και γενικά η φύση των ανθρώπων. Ο Κύριος προετοιμάζει το ανθρώπινο γένος να δεχθή την ενανθρώπισή Του και την κοινωνία μαζί Του. Οι δυο Μαθηταί που αποστέλλονται και οι οποίοι είναι «και πρόδρομοι της αυτού πρός την φύσιν των ανθρώπων μυστικής ευωχίας ετοιμασταί», είναι ο νόμος της πρώτης Διαθήκης και ο νόμος της Καινής Διαθήκης. Ο πρώτος (νόμος) καθαρίζει τον άνθρωπο δια της πρακτικής φιλοσοφίας και ο δεύτερος ανεβάζει τον νου από τα σωματικά «προς τα συγγενή των νοητών θεάματα», δια της θεωρητικής μυσταγωγίας.

Στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου, όπως και πολλών άλλων Πατέρων, η πρακτική φιλοσοφία είναι η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, που νοείται κυρίως ως μεταμόρφωση των δυνάμεων της ψυχής, ώστε να ενεργούν κατά φύσιν και οχι παρά φύσιν, και η θεωρητική μυσταγωγία είναι αφ' ενός μεν ο φωτισμός του νου, αφ' ετέρου δε η θέα του Θεού, η κοινωνία με Αυτόν.

Ο άνθρωπος που βαστάζει το κεράμιον (στάμνα πήλινη) του ύδατος είναι εκείνος που δια της πρακτικής φιλοσοφίας κρατά στους ώμους των αρετών το κεράμιον ύδατος, δηλαδή μέσα στην νέκρωση των αισθήσεων την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το κεράμιον, δηλαδή η πήλινη στάμνα, δείχνει την νεκρότητα, αφού ο πηλός που έχει ψηθεί είναι ακατάλληλος για την ανάπτυξη του σπόρου. Έτσι οι άνθρωποι που αγωνίζονται να νεκρώσουν τα μέλη τα επί της γης, να νεκρώσουν τις αισθήσεις, ώστε αυτές να λειτουργούν κατά Θεόν και όχι κατά άνθρωπον, και φυλάσσουν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, αυτοί μοιάζουν με τον βαστάζοντα το κεράμιον ύδατος. Ο δεύτερος που συναντούν οι Μαθηταί είναι ο οικοδεσπότης, ο οποίος τους δείχνει το ανώγαιον εστρωμένον. Ο οικοδεσπότης συμβολίζει όλους εκείνους που βρίσκονται στο στάδιο της θεωρίας , που ετοίμασαν το μέρος για να έλθει ο Κύριος και να συνδειπνήσει. Η οικία είναι «η κατ ευσέβειαν έξις». Σε αυτήν την οικία κατευθύνεται ο πρακτικός άνθρωπος , ενώ ο κύριος της οικίας είναι ο καθαρός νους που καταλάμπεται από την γνώση.

Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, εδώ δηλώνεται η πρακτική φιλοσοφία και η θεολογική μυσταγωγία, η πράξη και η θεωρία. Η πράξη οδηγεί προς την θεωρία και η θεωρία κρατεί την πράξη. Μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε ότι αυτά ενεργούνται μέσα στην Εκκλησία, γι' αυτό και η οικία είναι η Ορθοδοξία, γιατί μόνον ο Ορθόδοξος μπορεί να έχει εμπειρία της θεωρητικής αυτής ζωής, αφού η Ορθοδοξία ταυτίζεται με την Ευχαριστία και την Εκκλησία, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες. Έτσι ο Χριστός συναντά με την ενανθρώπισή Του τον άνθρωπο, τον οδηγεί στην πράξη και την θεωρία και συνδειπνεί μαζί του στο μεγάλο Μυστήριο της Εκκλησίας, και κυρίως στο μυστήριο της θεολογίας.

Υπάρχει όμως και η δεύτερη ερμηνεία του αγίου Μαξίμου, που είναι περισσότερο προσωπική. Η πόλη είναι η ψυχή του κάθε ανθρώπου, στην οποία αποστέλλονται διαρκώς «ως μαθηταί του λόγου και Θεού, οι περί αρετής και γνώσεως λόγοι». Εκείνος που βαστάζει το κεράμιον ύδατος είναι αυτός που κρατά με καρτερικό λογισμό την Χάρη του αγίου Βαπτίσματος. Γιατί πραγματικά δεν φθάνει η Βάπτισή μας, αλλά απαιτείται και προσπάθεια για να κρατούμε την Χάρη του αγίου Βαπτίσματος.

Επομένως, απαιτείται καρτερικός τρόπος ζωής και καρτερικός λογισμός. Χρειάζεται ανδρεία πνευματική για να μπορέσει ο άνθρωπος να αυξηθεί στην πνευματική του ζωή. Η οικία είναι η «οίκοδομηθείσα κατάστασίς τε και έξις των αρετών» από διαφόρους στερεούς λίθους, δηλαδή εκ «στερρών τε και ανδρικών ηθών τε και λογισμών». Στην πνευματική μας ζωή απαιτείται στερεά απόφαση για να μείνουμε στα παραγγέλματα του Χριστού, ανδρεία πνευματική για να βαδίσουμε την στενή και τεθλιμμένη οδό, που οδηγεί στην κοινωνία με τον Θεό. το ανώγαιον είναι «η πλατεία και ευρύχωρος διάνοιά τε και επιτηδειότης της γνώσεως», δηλαδή η χωρητικότης του νοός, που είναι αποτέλεσμα καταβολής και καθαρότητος του νου. Ο οικοδεσπότης που φιλοξενεί τον Κύριο με τους μαθητάς Του είναι «ο νους ο τω λαμπρώ της κατ' αρετήν οικίας και τω ύψει, κάλλει τε και μεγέθει της γνώσεως εμπλατυνόμενος». Ο νους είναι ο οφθαλμός της ψυχής, ο οποίος, όταν ελευθερωθή από την ασθένειά του, που είναι η υποδούλωση στην λογική, στο άγχος, στο περιβάλλον και τα πάθη αποκτά την γνώση του Θεού. Ο νους ελλάμπεται, και ελλαμπόμενος γνωρίζει τον Θεό, εσθίει του Μυστικού Δείπνου, του αμνού του Θεού.

Έτσι προηγείται η πρακτική φιλοσοφία, δηλαδή η κάθαρση από τα πάθη και η απόκτηση των αρετών, και ακολουθεί η θεωρία, που είναι η αδιάλειπτη μνήμη Θεού και η θέα του Θεού. Γιατί στην πατερική διδασκαλία η θεωρία δεν είναι η θεωρητική απλώς ανάπτυξη μερικών αληθειών, όπως συνήθως υπονοείται από μερικούς συγχρόνους θεολόγους, αλλά η θέα του Θεού, που είναι κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό.

Γι' αυτό ο άγιος Μάξιμος καταλήγει ότι Πάσχα είναι η διέλευση του Λόγου στον ανθρώπινο νου, οπότε του χορηγεί την μέθεξη των ιδικών Του αγαθών. «Πάσχα γάρ αληθώς εστίν η πρός τον ανθρώπινον νουν του λόγου διάβασις». Είναι βασική αυτή η διδασκαλία του αγίου Μαξίμου, επειδή δείχνει τον τρόπο για να διαφύγουμε από ένα εξωτερικό και τυπικό εορτασμό του Πάσχα. Πολλοί σύγχρονοι, επηρεασμένοι από έναν κοσμικό τρόπο ζωής, αντικαταστήσαμε τον αληθινό εορτασμό του Πάσχα με κακέκτυπους και κοσμικούς εορτασμούς. Για τους πολλούς η περιφορά του Επιταφίου, η λαμπαδοφορία, το φαγητό, οι εκδρομές, ίσως και οι τυπικές «παρακολουθήσεις» των ακολουθιών λέγεται Πάσχα. Αλλά αυτά είναι εξωτερική εορτή. Αληθινή εορτή του Πάσχα είναι η κάθαρση του νου και η διάβαση του Λόγου σε αυτόν.

Σε άλλο σημείο ο άγιος Μάξιμος κάνει λόγο για την πραγματική ανάσταση του ανθρώπου. Όποιος αξιώθηκε της ογδόης ημέρας, αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς, δηλαδή αναστήθηκε από όλα τα αισθητά και τα νοητά, τους λόγους και τα νοήματα. Αυτή η ανάσταση, που είναι μετοχή του ογδόου αιώνος, της ζωής της μετά την Δευτέρα Παρουσία του Λόγου, είναι η μόνη μακάρια ζωή του Θεού. «Ο δε και της ογδόης αξιωθείς εκ των νεκρών ανέστη των μετά Θεού, λέγω, πάντων αισθητών τε και νοητών και λόγων και νοημάτων· και έζησε την του Θεού μακαρίαν ζωήν, του μόνου κατ' αλήθειαν κυρίως ζωής και λεγομένου και όντος· οία και αυτός γενόμενος τη θεώσει Θεός».

Πάσχα είναι η ζωή του Θεού μέσα μας, η μέθεξη του Αγίου πνεύματος, η ανάστασή μας από την νέκρωση που υφιστάμεθα, λόγω της υπάρξεως των παθών. Στο αληθινό αυτό Πάσχα οδηγούν η πράξη και η θεωρία. Τότε ο άνθρωπος καθίσταται Θεός κατά Χάριν και εορτάζει το αιώνιο και μέγα Πάσχα. Βιώνει το «Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον». Γεύεται του μοναδικού ζωντανού Πάσχα, που είναι ο Χριστός, γίνεται δε' και ο ίδιος ο άνθρωπος Πάσχα.

Απρίλιος 1986
Πηγή: http://paterikakeimena.blogspot.com/

Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε


Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου

«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’, 14-15).

Επάνω στη γη κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί και ένοχοι σηκώνοντας ο καθένας μας ένα φορτιο από αμαρτιες, πάθη, αδυναμίες, απροσεξίες, οι οποίες έχουν επιβαρύνει τη ζωή μας. Φέρουμε όλοι μας ένα ποινικό με ποικίλες αμαρτιες, βαρειές, ελαφρές, πολλές, λίγες, μηδενός εξαιρουμένου, εκτός του Θεού. Η ζωή μας ολόκληρη συνεχώς παράγει αμαρτιες. Αμαρτάνουμε με τη σκέψι, με τη καρδιά, με όλες τις αισθήσεις τις σωματικές και τις πνευματικές της ψυχής. Σκεφθήτε τι μεγάλη παραγωγή αμαρτιας έχουμε! Όλοι λοιπόν εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από τη συγχώρησι από το Θεό, από την ακύρωσι όλης αυτής της παραγωγής των αμαρτημάτων.

Και κάθε χριστιανός λογικά σκεπτόμενος για τη σωτηρία του, επιποθεί την καταλλαγή του με το Θεό. Επιθυμεί να συγχωρηθή και να αγαπηθή από το Θεό δια της μετανοίας. Αλλά για να το πετύχη αυτό, να πετύχη την συγγνώμη υπό του Θεού, να πετύχη την συμφιλίωσι μαζί του, πρέπει να τηρήση τον όρο, που ο Χριστός μας μας έθεσε στο Ευαγγέλιό Του: «Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε». Εάν όμως θελήσουμε να αρνηθούμε την συγγνώμη στον πλησίον μας, στον συγγενή μας, στον συνάνθρωπό μας, που ενδεχομένως κάπου μας έφταιξε, εάν αποφεύγουμε να του την δώσουμε, διότι δεν θέλουμε να ταπεινωθούμε, δεν πρόκειται να πάρουμε την συγγνώμη σε καμμιά περίπτωσι από τον Θεό. Όταν φερ’ ειπείν μας ζητάει κάποιος συγγνώμη, εμείς να μη τον αποστραφούμε γυρνώντας αλλού τα μάτια μας, επειδή δεν μπορούμε να τον αντικρύσουμε. Βέβαια, επειδή εμείς είμεθα εμπαθείς και αδύναμοι, τη δύναμι της συγχωρητικότητος πρέπει να τη ζητήσουμε από τον Θεό με την προσευχή. και τότε θα την πάρουμε θετικά.

Όλοι μας θέλουμε και σ’ αυτή τη ζωή και ιδιαίτερα στην άλλη, στη μετά θάνατον, να ιδούμε το πρόσωπο του Θεού ιλαρό, να μη θέλη να μας αποστραφή για τις πολλές μας αμαρτιες. Δεν θέλουμε να ιδούμε τα γαληνά θεία μάτια να μας αποστρέφωνται για τη βρωμερότητά μας. Επιθυμούμε τα μάτια του Χριστού να μας κοιτάζουν κατάμματα με πατρική αγάπη, με τρυφερότητα, ευμενέστατα και να εκφράζουν την επιείκεια, την συγγνώμη και την είσοδο στη Βασιλεία των ουρανών. Αν θέλουμε να επιτύχουμε αυτή την ασύλληπτη σε πνευματική αξία επιτυχία και να δεχθούμε από το πρόσωπο του Θεού σε μας αυτά, τα οποία επιθυμούμε, όταν θα βρεθούμε μπροστά στο φοβερό δικαστήριο, στην κρίση τη μεγάλη, πρέπει κι εμείς να προσφέρουμε στον πλησίον αυτά τα λίγα πράγματα.

Κι ο Χριστός μας είναι όλος συγγνώμη και άφεσι αμαρτιών. Όπως θέλουμε να μας αγαπά ο Θεός, να μας συγχωρή, να παραβλέπη τα σφάλματά μας, να μας παρακολουθή, να μας προστατεύη η πρόνοιά Του, έτσι κι εμείς να προσφέρουμε αυτά τα ίδια στον αδελφό μας. Η συγγνώμη δεν έχει κόπο, δεν έχει δυσκολία. Τι χρειάζεται; Χρειάζεται ταπείνωσι. Δίνοντας την συγγνώμη στον άλλο, θα πάρουμε την συγχώρησι των αναριθμήτων αμαρτημάτων μας και θα έχουμε όλο το δικαίωμα να πούμε στον Θεό: «Κύριε, ό,τι μου έκαναν οι άνθρωποι τους συγχώρησα, τους έδωσα ολόκαρδα την συγγνώμη μου και την αγάπη μου κατά το Ευαγγέλιό Σου, κατά το Λόγο Σου. Τώρα ζητώ κι εγώ να εκφράσης την αγάπη Σου επάνω μου και να συγχωρήσης τα δικά μου αμαρτήματα».

Πόσες φορές, όταν συναντήσουμε τον άνθρωπο, με τον οποίο είμεθα στενοχωρημένοι ή έχουμε λογισμούς, γιατι μας κατηγόρησε, μας κουτσομπόλεψε, μας πρόδωσε και τόσα άλλα, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, πως δεν τον βλέπουμε, για να μη τον χαιρετισουμε! Λένε οι Άγιοι Πατέρες και οι Ασκηταί της ερήμου, οι οποίοι εφήρμοσαν με ακρίβεια το Ευαγγέλιο, ότι όταν σε επισκεφτή ο άνθρωπος, που εσύ γνωρίζεις ότι αυτός πολλά είπε για σένα, μη δείξης πρόσωπο σκυθρωπό ή ότι κάτι γνωρίζεις. Να τον δεχτής τόσο όμορφα, τόσο καλά, σαν να σε επήνεσε, σαν να σε εγκωμίασε, σαν να σε ετιμησε ενώπιον των ανθρώπων! Αυτή η στάσι εκφράζει πολλή πνευματικότητα και απόλυτη εφαρμογή του Ευαγγελικού πνεύματος.

Το Ευαγγέλιο είναι ο διδάσκαλός μας. Ό,τι και να μας απασχολή, αν το ανοίξουμε, θα πάρουμε την απάντησι, θα πάρουμε τον φωτισμό, θα πάρουμε ακριβώς αυτό το φάρμακο, που χρειάζεται για οιανδήποτε περίπτωσι. Οι εντολές του Χριστού είναι ο νόμος του Ευαγγελίου και όταν η ψυχή πιαστή ένοχη στην εφαρμογή του Ευαγγελικού νόμου, χωρίζεται από τον Θεό. Ποιος είναι ο Ευαγγελικός νόμος; «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. ζε’, 44). Σχετικά με το θέμα αυτό θα σας πω την εξής ιστορική περίπτωσι από το Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας:

Στα χρόνια των διωγμών υπήρχε ένας ιερεύς, ο οποίος λεγόταν Σαπρίκιος. Αυτός ο ιερεύς είχε φίλο ένα λαϊκό χριστιανό, που τον βοηθούσε πολύ. Ήταν πολύ πλησίον του και λεγόταν Νικηφόρος. Ίσως από την πολλή παρρησία, που είχαν μεταξύ τους, ξεπήδησε ένας πειρασμός κι ο ιερεύς σκανδαλίσθηκε πολύ με τον αδελφό και δεν τον συγχωρούσε με τιποτα. Ο Νικηφόρος πήγαινε κατ’ επανάληψιν και του ζητούσε συγγνώμη, αλλά δεν την έπαιρνε από τον ιερέα. Ήταν ο πειρασμός που δεν τον άφηνε.

Κάποια στιγμή συνέλαβε ο ηγεμόνας της επαρχίας εκείνης τον Σαπρίκιο, ως ιερέα του Θεού και Χριστιανό. Τον καλεί ενώπιόν του και τον απειλεί να αρνηθή την πίστι του. Αυτός ωμολογούσε κι έλεγε ότι σε καμμιά περίπτωσι δεν αρνούμαι τον Χριστό μου. Ο τύραννος επέμενε, επέμενε και ο ιερεύς Σαπρίκιος. Άρχισαν τα βασανιστήρια. Ο καλός Νικηφόρος γνωρίζοντας ότι μήτε η ομολογία της πίστεως δεν μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την κόλασι, εάν δεν έχη αγάπη και συγχωρητικότητα, βλέποντας ότι προχωρεί στο μαρτύριο και συγγνώμη δεν παρέχει κατά το Ευαγγέλιο, φοβήθηκε ότι δεν πρόκειται το αίμα του να τον σώση κι έτρεξε στη φυλακή κι έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και ζητώντας συγγνώμη.
- Συγχώρησέ με, πάτερ, σε ό,τι σου έκανα. εγώ φταίω.
- Δεν σε συγχωρώ.
Διαβολική ενέργεια εντελώς. Συνέχιζε ο αγαθός αυτός άνθρωπος, ο Νικηφόρος να ζητή συγγνώμη μετά δακρύων και να φιλάη τα πόδια του ιερέως.
- Πάτερ, δεν θα σε σώση το μαρτύριο. χύνεις το αίμα σου, σε λίγο αποκεφαλίζεσαι. δεν θα στεφανωθής, εάν δεν με συγχωρέσης.
Αυτός δεν του έδινε παντελώς σημασία. Προχωρώντας στον τόπο της θανατώσεως, ο ταπεινός Νικηφόρος ακολουθούσε πίσω από τους δημίους επαναλαμβάνοντας τις παρακλήσεις του μετά δακρύων. Ο Σαπρίκιος συνέχιζε να είναι άκαμπτος. Τότε συνέβη κάτι το τρομακτικό. Την ώρα του αποκεφαλισμού, κατά παραχώρησιν Θεού, η θεία Χάρις εγκατέλειψε τον ιερέα Σαπρίκιο, σκοτισθηκε το μυαλό του και αρνήθηκε τον Χριστό. Την τελευταία στιγμή έχασε το στεφάνι του μαρτυρίου εξ αιτιας της μνησικακίας του. Και στη θέσι του αποκεφαλίζεται ο καλός Νικηφόρος, ο οποίος τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας. ενώ ο Σαπρίκιος τιμωρήθηκε με αιώνια κόλασι.

Τόσο δύσκολο ήταν να πη: «Αδελφέ μου, εντάξει, ο Χριστός ας σε συγχωρέση»; Μα, το Ευαγγέλιο δίδασκε ως ιερεύς. δεν ήξερε ότι πρέπει να δώση συγχώρεσι, δεν ήξερε ότι ούτε το μαρτύριο δεν σώζει τον άνθρωπο, χωρίς την αγάπη; Κι όμως κατά διαβολική ενέργεια δεν την έδωσε κι έχασε τη Βασιλεία του Θεού.

Μα, κι όταν ρίξουμε μια ματιά, ένα βλέμμα στην Σταύρωσι του Χριστού μας, υπάρχει δυνατώτερο παράδειγμα παροχής συγγνώμης από το αγιώτατο παράδειγμά Του; Επάνω στους μεγάλους Του πόνους, επάνω στη μεγάλη Του εγκατάλειψι από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, δεν εξέφρασε καν παράπονο, δεν είπε κανένα κακό λόγο για τους σταυρωτάς Του, που εκείνη την ώρα Τον βασάνιζαν το Θείο Λυτρωτή. Μόνον έστρεψε τα μάτια Του προς τον Ουράνιο Πατέρα Του και είπε: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’, 34). (Συγχώρησέ τους Πατέρα μου, αυτό το μέγιστο έγκλημα, που κάνουν. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Είναι έρημοι και φτωχοί και το κάνουν από άγνοια). Κι ο Ουράνιος Πατέρας τους συγχώρησε. Νομίζετε ότι εάν μετανοούσε αληθινά ο μεγάλος προδότης, ο Ιούδας, ο Χριστός μας δεν θα τον συγχωρούσε; Βεβαιότατα.

Εάν υποθετικά αυτή τη στιγμή βάλουμε στη σκέψι μας ότι ο Εωσφόρος, τα δαιμόνια μετανοήσουν, θα πάρουν την συγχώρησι από τον Θεό. Ηξεύρετε έστω και στο ελάχιστο, πόσο μεγάλη και αφάνταστη είναι η ενοχή τους απέναντι στον Θεό για όλα τα φοβερά εγκλήματα, και για τα προσωπικά τους και γι’ αυτά που έχουν κάνει στους ανθρώπους. Αυτοί έχουν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο και την επανάστασι απέναντι στον Θεό και βλασφημούν εκατομμύρια φορές στο λεπτό το όνομα του Θεού. Παρ’ όλα αυτά, εάν μετανοήσουν για όλα όσα έχουν κάνει, ο Θεός θα τους ανοίξη τη Βασιλεία Του και θα τους δώση την πρώτη θέσι, την οποία είχαν προ της πτώσεως. Ποία συγχωρητικότητα έχει ο Θεός! Σκεφθήτε τι Θεό έχουμε! Τι απέραντη καρδιά έχει! Τι ευσπλαχνία έχουμε μπροστά μας! Ο Θεός είναι ωκεανός απέραντος, απέραντη η αγάπη Του, απέραντη η ευσπλαχνία Του, απέραντη η συγχωρητικότητά του, απέραντα όλα! Κι έρχεται τώρα ο φτωχός άνθρωπος, ο χωματένιος, ο ένοχος, ο αποστάτης, ο βαρυποινίτης να μη θέλη να συγχωρήση του συνανθρώπου του, του χρεωφειλέτου του το χρέος μιας δεκάρας, και ζητάει από τον Θεό να του λύση το χρέος ολόκληρου θησαυρού.

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποιον άνθρωπο χάρισε ο Θεός χίλια χρόνια ζωής. Όλα αυτά τα χίλια χρόνια τα γέμισε με αμαρτια. το κάθε λεπτό της ώρας με ένα φοβερό αμάρτημα, βλασφημίες, φόνους, αδικίες, κ.λπ. Χίλια χρόνια ζωή γεμάτη εγκλήματα. Με τις φτωχές μας γνώσεις και χωρίς το πνεύμα του Ευαγγελίου, θα πούμε ότι αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να μετανοήση και να σωθή. Αλλά, να! Έρχεται η θεία φώτισι, έρχεται κι ανοίγει ο Θεός την καρδιά του και βλέποντας ότι τελειώνει η ζωή του, ότι φεύγει για την άλλη ζωή -γιατι έρχεται αυτή η αίσθησι στον ετοιμοθάνατο- σκέπτεται όλα αυτά τα φοβερά εγκλήματα των χιλίων χρόνων κι αρχίζουν τα μάτια του να τρέχουν. Μετανοεί και ζητεί συγγνώμη από τον Θεό. Νομίζετε ότι δεν θα την πάρη; Θα την πάρη και πλούσια!

Έχουμε και τους ληστάς εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου Κυρίου μας. Ο ένας λέει: «Αν είσαι Θεός κατέβα από τον Σταυρό και κατέβασε κι εμάς!». Έρχεται κι ο άλλος ο ληστής ο ευγνώμων και λέει: «Μα, γιατι μιλάς έτσι; Γιατι προσθέτεις στις πληγές αυτού του Αγίου τα πικρά σου λόγια; Αυτός δεν έκανε κανένα κακό. εμείς κάναμε φόνους και εγκλήματα και άξια ων επράξαμε απολαμβάνουμε. Αυτός ο άνθρωπος ουδέν κακόν εποίησεν». Κι αμέσως με την ομολογία, που έκανε, έρχεται και η φώτισι της θεολογίας και στρέφει ικετευτικά τα μάτια του στον Χριστό μας και του λέει: «Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου» (Λουκ. κγ’, 41-42). Εφ’ όσον θα πέθαινε, σε ποια βασιλεία ζήτησε να εισέλθη μαζί Του; Εγνώρισε θεολογικά ότι Αυτός, που σταυρώνεται, είναι Θεός και έχει τη Βασιλεία Του στον Ουρανό. Κι ο Χριστός μας στρέφει το πρόσωπό Του και τα γαληνά Του μάτια και του λέει: «Απ’ αυτή τη στιγμή θα είσαι μαζί Μου στη Βασιλεία Μου». Και είναι ο ληστής ο πρώτος άνθρωπος, που εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού. Ο λόγος του Θεού δεν πέφτει έξω. Εάν ο ληστής με το κλειδί του «μνήσθητι» άνοιξε την πύλη του Παραδείσου, πολλώ μάλλον η μετάνοια, η επιστροφή, τα δάκρυα θα ανοίξουν ευκολώτατα την πύλη της Βασιλείας των ουρανών στον κάθε αμαρτωλό! Τι φοβερό, τι ασύλληπτο, τι αδιανόητο πράγμα η συγχωρητικότητα του Θεού!

Θα σας πω ένα παράδειγμα μιας ψυχής, που κι εγώ ο ίδιος έμεινα έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της. Εδώ στο εξωτερικό πριν μερικά χρόνια ήταν μία ψυχή, την οποία εγκατέλειψε ο άνδρας της. Μπήκε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στο σπίτι της, της πήρε τον άντρα και έφυγε. Αυτή η γυναίκα κάποια μέρα προσήλθε στο χώρο, που εξομολογούσα με πολλή αγάπη και σεβασμό. Γονάτισε κι έκλαιγε. Της λέω:

- Παιδί μου, ποια είναι η αιτια των δακρύων σου; Τι σου συμβαίνει;

- Ξέρετε, Πάτερ, δεν κλαίω για κάποιο αμάρτημα, αλλά κλαίω για να φωτισθή ο άντρας μου, να μετανοήση, γιατι έκανε το σφάλμα κι έφυγε από το σπίτι με άλλη γυναίκα κι αμάρτησε στον Θεό. Και έρχεται στο σπίτι μου με τη γυναίκα, που έχει τώρα, τους φιλοξενώ, τους κάνω τραπέζι, κοιμούνται και μετά φεύγουν. Φιλάω τον άντρα μου, φιλάω τη γυναίκα αυτή, τους κάνω δώρα, τους ξεπροβοδίζω, τους δίνω ευχές και πηγαίνουν. Και ξαναέρχονται.

- Και γιατι παιδί μου, το κάνεις αυτό;

- Μα, δεν το λέει ο Χριστός αυτό στο Ευαγγέλιο, να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Αυτή η γυναίκα για μένα είναι ο μεγαλύτερός μου εχθρός, αφού μου πήρε τον άντρα. αλλά πρέπει να την αγαπώ. Κι αφού ο Χριστός ζητεί να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να δίνουμε όλο τον εαυτό μας και την αγάπη μας, αυτό κάνω κι εγώ. Και κλαίω να τους φωτιση ο Θεός και να τους δώση μετάνοια. Προσευχηθήτε κι εσείς γι’ αυτό.

Μπορείτε να μετρήσετε την αρετή αυτής της γυναίκας; Μπορεί ο Θεός τώρα αυτήν την γυναίκα, ό,τι κι αν έκανε σαν άνθρωπος, να μην την έχη συγχωρήσει; Και τα δάκρυά της δεν ήταν για τίποτε άλλο, παρά το βραβείο, που της είχε δώσει, για τη μεγάλη αυτή νίκη της αγάπης. Να, η εφαρμογή του Ευαγγελίου τι ανθρώπους κάνει! Και δεν είναι καθόλου χαζή, είναι λογικωτάτη γυναίκα και πάρα πολύ δυνατός άνθρωπος. Μια αφανής ηρωίδα του Ευαγγελίου, χωρίς κανείς να το γνωρίζη αυτό.

Ενώ εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι, και πρώτος εγώ, ποτέ δεν θα το έκανα αυτό. Μπορεί να έβριζα, μπορεί να συκοφαντούσα, μπορεί να τον έδερνα, να τον καταριόμουν κι αυτόν κι εκείνη κ.λπ. Και βλέπεις από την άλλη πλευρά το Ευαγγέλιο να κάνη ένα τέτοιον ωραίο άνθρωπο. Αυτή η γυναίκα εν ημέρα Κρίσεως θα κρίνη μία άλλη γυναίκα με το ίδιο ιστορικό, αλλά με διαφορετική αντιμετώπισι του θέματος. Και δεν θα έχη δικαιολογία να πη στον Θεό: «Αφού ήταν τόσο μεγάλο το αδίκημα απέναντι μου, τι μπορούσα να κάνω;» «Να τι έκανε αυτή η γυναίκα. αυτό μπορούσες να κάνης κι εσύ, αν τηρούσες το Ευαγγέλιο».

Το Ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμοσθή από κάθε άνθρωπο. Κι όποιος το τηρήση στην ουσία του, μπορεί να γίνη μία εξαίρετη προσωπικότητα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σε ωρισμένους ο Θεός δίνει τη δύναμι και σε άλλους όχι. Το Ευαγγέλιο λάμπει όπως ο ήλιος λάμπει για όλους. Ανάλογα όμως με την υγεία των ματιών μας βλέπουμε τον ήλιο. Έχεις υγιή μάτια; Βλέπεις ολοφώτεινο τον ήλιο. Δεν έχεις; Αναγκάζεσαι να φορέσης γιαλιά.

Θυμάστε το ιστορικό εκείνο από τον βίο του Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου:
Κάποια νύχτα χτυπάει κάποιος την πόρτα του Αγίου και του λέει:

- Σε παρακαλώ, Άγιε του Θεού, κρύψε με.

- Γιατι τι έκανες, παιδί μου;

- Σκότωσα άνθρωπο, κρύψε με.

Τον κρύβει ο Άγιος. Μετά από λίγο βλέπει ανθρώπους του νησιού να τρέχουν και να αναζητούν το φονιά. Φτάνουν στον Άγιο και του λένε:

- Μήπως πέρασε από δω κάποιος άνθρωπος, γιατι κάποιος σκότωσε τον αδελφό σου και τον ψάχνουμε.

- Δεν ξέρω, δεν πέρασε κανείς από δω. Αλλά γιατι σκότωσε τον αδελφό μου; Κοιτάξτε κάπου αλλού να τον βρήτε.

Και τον φονιά του αδελφού του τον είχε κρυμμένο ο Άγιος. Φύγανε αυτοί οι άνθρωποι και φυσικά δεν τον βρήκανε. Πηγαίνει μέσα και λέει στον φονιά:

- Τι σου έκανε αυτός ο καλός άνθρωπος και τον σκότωσες; Ξέρεις ότι ήταν αδελφός μου;

Σκεφθείτε και φαντασθήτε την κατάστασι του φονιά εκείνη τη στιγμή!

- Άνθρωπε, θα σου δείξω ένα δρόμο, για να φύγης, να μη σε πιάσουν και μετανόησε γι’ αυτό που έκανες.
Και τον ωδήγησε κρυφά και τον φυγάδευσε. Σκεφθήτε ανεξικακία, μακροθυμία κι Ευαγγελική αγάπη!

Εκείνο που πρόσεξαν πολύ και προσπάθησαν οι Άγιοι και οι Ασκηταί και οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν να αγαπήσουν τον πλησίον τους με όλη την αγάπη του Ευαγγελίου. Κι έτσι πέτυχαν την αγιότητα. Και σε μας τους αμαρτωλούς με τα τόσα βάρη, που σηκώνουμε επάνω στην πλάτη μας, μας δίδεται η ευκαιρία, μας δίδεται η εγγύησι από τον Θεό, ότι μπορούμε όλο αυτό το φορτιο να το πετάξουμε, να γίνουμε ελεύθεροι, να ανεβούμε με φτερά στον ουρανό. Μη λογίζεσθε κακό, ό,τι κι αν ακούσετε, ότι σας έκαναν. Συγχωρείτε με όλη την καρδούλα σας, με όλη την ψυχή σας και να ξέρετε, πως θα είσθε συγχωρημένοι από τον Θεό.

Πήγαν κάποτε κάποιοι στον Μέγα Θεοδόσιο και του είπαν:

- Μεγαλειότατε την προτομή σας κάτω εκεί στην Αντιόχεια, την χτύπησαν, την μωλώπισαν, την κατέστρεψαν. Διατάξτε τιμωρία για τους υπευθύνους.

Τι έκανε τότε ο βασιλεύς; Αυτός που είχε βασιλική καρδιά, αυτός που είχε το Ευαγγέλιο μέσα του, τι τους απάντησε;

-Μήτε μώλωπα έχω, μήτε τα μάτια μου βγήκαν, μήτε η μύτη μου έπαθε τιποτα. Αν έκαναν κάτι το έκαναν σε πράγμα άψυχο. δεν είναι τιποτα κακό. Γιατι να τους κάνουμε κακό; Να είναι συγχωρημένοι.

Γι’ αυτό, παιδιά όταν μας κατηγορούν, όταν μας συκοφαντούν, όταν μας πειράζουν, όταν μας ταπεινώνουν, όταν μας αδικούν, πρέπει κι εμείς να συγχωρούμε. Με όποια καρδιά, με όποια δύναμι, με όποια διάθεσι προσφέρουμε τη συγχωρητικότητά μας, όχι εκατονταπλάσια, άλλα μυριοπλάσια θα είναι τα αντίστοιχα αγαθά, που θα λάβουμε από τον Θεό. Να ο δρόμος! Να, πώς ακριβώς μπορούμε να σωθούμε! Να, η πύλη από την οποία θα εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών!

Τελειώνοντας σας δίνω όλες τις καλύτερες ευχές από την καρδιά μου την ταπεινή κι ελάχιστη και βρώμικη για πνευματική προκοπή και πρόοδο. Εάν σε κάτι σας σκανδάλισα να με συγχωρήσετε, διότι είμαι άνθρωπος και σαν άνθρωπος κάνω σφάλματα. Εύχομαι ταπεινά αυτά τα ολίγα, τα οποία εδώ μιλήσαμε από τα λόγια του Ευαγγελίου, αυτός ο θείος σπόρος, που σπείρεται στις καρδούλες σας, να μη πέση σε πέτρα, μήτε σε λίγο χώμα, μήτε στο δρόμο, που δεν φυτρώνει τιποτα, αλλά να βρη γη αγαθή και να καρποφορήση εκατονταπλασίονα, εις ζωήν αιώνων. Αμήν.

(Ομιλία σε σύναξι πιστών στο εξωτερικό το 1989)

ΠΗΓΗ: “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ”
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Πηγή: http://www.xristianos.net/

Τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται!


Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς κ. Νικολάου

Ασφαλῶς δὲν θὰ ἀδικούσαμε τὴν ἀλήθεια, ἂν λέγαμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ὡς κοινὴ ἐσωτερικὴ κατάσταση -συμπυκνωμένη αὐτὴ τὴ στιγμή- κυριαρχεῖ στὶς ψυχές μας εἶναι ἡ μεγάλη προσδοκία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὑπάρχει μπροστά μας μιὰ ὁλόκληρη περίοδος γεμάτη ἀπὸ πνευματικὲς προκλήσεις καὶ εὐκαιρίες ποὺ ἡ ἀξιοποίησή τους ἀποτελεῖ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι κατανοοῦμε πόση ἀνάγκη ἔχουμε νὰ ἀνεβοῦμε λίγο πρὸς τὰ πάνω, κάπως νὰ ἀλλάξει ἡ ζωή μας, νὰ μεταμορφωθεῖ καὶ νὰ μπολιασθεῖ ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μὲ ἕναν τρόπο αἰσθητὸ καὶ οὐσιαστικὰ ἀποτελεσματικό. Ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καθενόςμας ἐγκαταστημένος ὁ πόθος καὶ ἡ θεία καὶ ἱερὴ προσδοκία γιὰ κάτι ἀνώτερο, γιὰ κάτι ἀλλιώτικο, γιὰ κάτι πνευματικότερο καὶ οὐσιαστικότερο στὴ ζωή μας. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στὰ πρόθυρα ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς εὐλογημένης περιόδου ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ὄμορφη περίοδος τοῦ ἔτους, ἡ πιὸ κατανυκτική, ἡ πιὸ πλούσια σὲ πνευματικὲς ἀφορμὲς καὶ εὐκαιρίες. Ἤδη ἡ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρά της ἔχει γίνει κατανυκτικότερη ἐξωτερικά: πέφτει ὁ φωτισμός, σκουραίνουν τὰ χρώματα, μαζεύεται ὁ καθένας μας περισσότερο μέσα του. Ἀλλάζει καὶ ὁ χαρακτήρας τῶν ἀκολουθιῶν: οἱ γνωστὲς καθημερινὲς Θεῖες Λειτουργίες ἔχουν δώσει τὴ θέση τους στὶς ἔκτακτες Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων, κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή. Ἐπιπλέον, ὑπάρχουν οἱ Κατανυκτικοὶ Ἑσπερινοί, οἱ Χαιρετισμοί, τὰ Μεγάλα Ἀπόδειπνα, ὁ Μέγας Κανών, ὁ ἰδιάζων χαρακτήρας τῆς καθεμιᾶς ἀπὸ τὶς ἑορτὲς ποὺ ἔχουμε μπροστά μας κ.ο.κ. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ δένει ἡ αὐστηρὴ νηστεία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴ σφραγίδα τῆς ταυτότητας αὐτῆς τῆς περιόδου. Πῶς λοιπὸν θὰ μπορούσαμε αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ βοηθήσουμε λίγο τὴν ψυχή μας, ποὺ εἶναι δύσκαμπτη καὶ κλειστή, κάπως νὰ ἀνοίξει, νὰ γίνει πιὸ εὐέλικτη, πιὸ εὐκίνητη περὶ τὰ πνευματικά, καὶ νὰ μπορέσει νὰ θέσει σὲ ἐφαρμογὴ αὐτὸ ποὺ ἔχει ὡς ὄνειρο, ὡς πόθο καὶ ὡς προσδοκία, ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ ἡ εἴσοδος τῆς χάριτος καὶ τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φανερωθεῖ κάποιο ἀποτέλεσμα στὴ ζωή μας; Πολλὰ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ. Ἂς σταθοῦμε ὅμως ἀπόψε σὲ τέσσερα βασικὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα προκύπτουν μέσα ἀπὸ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ τῆς Τυροφάγου καὶ ἀναδύονται μέσα ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν τροπαρίων ποὺ ἀκούσαμε σήμερα τὸ πρωὶ καὶ τώρα τὸ βράδυ στὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό.

Τὸ πρῶτο στοιχεῖο εἶναι ὁ ἀγώνας. Χρειάζεται ἡ ψυχή μας μιὰ ἀπόφαση γιὰ ἀγώνα, γιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴ χαλάρωση καὶ τὴν εὐκολία, γιὰ ἐντονότερη προσπάθεια, γιὰ ἄσκηση. Νὰ κάνει κανεὶς ὅ,τι μπορεῖ, λίγο παραπάνω ἀπ’ ὅσο νομίζει ὅτι μπορεῖ. Νὰ τεντώσει τὶς δυνατότητές του πέρα ἀπὸ τὰ γνωστὰ ὅριά του. Νὰ μπορέσει νὰ στοχεύσει στὸ τί ἀκριβῶς χρειάζεται ἡ ψυχή του. Ἔλεγε τὸ πρωὶ ἕνα τροπάριο στοὺς Αἴνους: «Τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται». Ἀναφέρεται σὲ ἕνα στάδιο ἀρετῶν καὶ ἀγώνων ποὺ ἤδη ἔχει ἀνοίξει καὶ προτρέπει ὅποιον θέλει, χωρὶς ἀναστολές, νὰ εἰσέλθει: «οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε». Καὶ παρακάτω χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη «ἀντιμαχησόμεθα», ποὺ ἐκφράζει τὸ μαχητικὸ φρόνημα μὲ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀνταποδώσουμε τὶς ἐπιθέσεις ποὺ δεχόμαστε, γιὰ νὰ μπορέσουμε, ὅπως λέγει στὴ συνέχεια, ὁπλισμένοι μὲ τὰ ὅπλα τῶν ἀρετῶν νὰ προχωρήσουμε νικηφόρα σὲ αὐτὸ τὸν ἀγώνα. Ὁ ὁπλισμὸς τῶν ἡμερῶν ἔχει ὡς θώρακα τὴν προσευχή, ὡς περικεφαλαία τὴν ἐλεημοσύνη, ὡς μάχαιρα τὴ νηστεία. Ὁ ὑμνογράφος χρησιμοποιεῖ πολεμικὴ διάλεκτο, ἡ ὁποία δὲν ὀφείλεται σὲ φιλολογικὴ συγκυρία ἢ φραστικὸ τέχνασμα, ἀλλὰ στὸ ὅτι στοχεύει νὰ περιγράψει τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα μὲ τὸ ὁποῖο κάθε πιστὸς καλεῖται νὰ ριχθεῖ στὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ κάθε μέρα, κάθε λεπτὸ νὰ μπορεῖ ὁ καθένας μας νὰ τοποθετεῖται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐξομολογεῖται, διακρίνοντας στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του τὰ ἐλαττώματα, τὶς ἀδυναμίες, τὰ πάθη ἐναντίον τῶν ὁποίων καὶ πρέπει νὰ ἀγωνισθεῖ. Ἔλεγε πάλι ἕνα τροπάριο ὅτι καλὴ εἶναι ἡ νηστεία τῶν «βρωμάτων», δηλαδὴ τῶν τροφῶν, ἀλλὰ «νηστεία ἀληθὴς ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις», πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι, παράλληλα μὲ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας, πρέπει νὰ κάνουμε καὶ τὸν οὐσιαστικότερο ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν μας. Καὶ ἔχουμε ὅλοι μας πάθη! Πάθη κρυμμένα, πάθη τὰ ὁποῖα δὲν θέλουμε νὰ ὁμολογοῦμε οὔτε στὸν ἑαυτό μας, πάθη καὶ ἀδυναμίες ποὺ βασανίζουν τὴν ψυχή μας καὶ ποὺ τὴν κρατοῦν δέσμια, ἀπαγορεύοντάς της νὰ ἀπελευθερωθεῖ καὶ νὰ πετάξει λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸν κόσμο στὸν ὁποῖο βρίσκεται.

Τὸ πρῶτο λοιπὸν στοιχεῖο στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι νὰ ἐντοπίσουμε τὴν ἀδυναμία μας καὶ μὲ τὴ συνεργία καὶ βοήθεια τῶν πνευματικῶν μας, μέσα στὶς στιγμὲς τῆς ἡσυχίας μας, νὰ διακρίνει ὁ καθένας μας τὸ δικό του πάθος -ὄχι τοῦ διπλανοῦ του ἀπὸ τὸ ὁποῖο θέλει ὁ ἴδιος νὰ ἀπαλλαγεῖ, ἀλλὰ τὴ δική του ἀδυναμία, τὴ δική του δουλεία, τὴ δική του ἁμαρτία, αὐτὴ ποὺ καὶ στὸν ἑαυτό του ἀκόμη ἀρνεῖται νὰ ὁμολογήσει. Ἡ εὐκαιρία τῆς νηστείας εἶναι μεγάλη. Δι’ αὐτῆς, ἡ Ἐκκλησία μᾶς εἰσάγει σὲ ἕναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς φύσεώς μας, διότι ἔχουμε ὅλοι τὴν τάση τῆς λαιμαργίας, ἔχουμε ὅλοι ὁρμὲς ἐσωτερικὲς ποὺ ἐκφράζονται μὲ τὸ σῶμα μας. Πολὺ βαθιὰ φυτευμένες, ποὺ πραγματικὰ παγιδεύουν τὴ βούληση, παραλύουν τὴ θέληση καὶ πνίγουν τὴν ἐλευθερία μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ νηστεία εἶναι τόσο καλὰ ριζωμένη στὴ ζωή, τὴν παράδοση καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ λοιπὸν μιὰ καλὴ εὐκαιρία νὰ ἀρχίσουμε τὸν ἀγώνα αὐτῆς τῆς περιόδου ἀπὸ τὴ νηστεία, ἀπὸ κάτι ποὺ εἶναι ἴσως ἐξωτερικό, εἶναι ὅμως καὶ τόσο σημαντικό.

Τὸ δεύτερο στοιχεῖο στὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ σταθοῦμε μποροῦμε νὰ τὸ δανεισθοῦμε ἀπὸ τὴ λέξη ποὺ προσδιορίζει τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Συγχωρήσεως. Αὐτὸ ποὺ ζητάει ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ μᾶς εἶναι ἡ διπλὴ συγχώρηση: μὲ τοὺς ἀδελφούς μας καὶ μὲ τὸν Θεό. Τί θὰ πεῖ συγχώρηση; Συγχώρηση θὰ πεῖ νὰ ἀνοίξουμε τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ φιλοξενηθεῖ στὸν χῶρο της ὁ συνάνθρωπός μας, ὁ γείτονάς μας, ὁ συγγενής μας, ἡ γυναίκα ἢ ὁ ἄντρας μας, τὰ παιδιά μας, τὰ ἀδέλφια μας, οἱ συνάνθρωποί μας -ὅποιος μᾶς περιβάλλει καὶ ὅποιος ἐνδεχομένως μᾶς δημιουργεῖ κάποια δυσκολία στὴ σχέση μας μαζί του. Εἶναι τόσο δύσκολο πολλὲς φορὲς νὰ ἔχουμε τὴν ἀρχοντιὰ νὰ ζητήσουμε οἱ ἴδιοι συγγνώμη! Ἢ νὰ ἔχουμε τὸ θάρρος νὰ δεχθοῦμε τὴν αἴτηση τῆς συγγνώμης ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ νὰ διαγράψουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς χωρίζει, αὐτὸ ποὺ μᾶς πικραίνει, αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ὄχι μόνο νὰ μὴ νιώθουμε τὸν διπλανό μας ὡς ἀδελφό, ἀλλὰ νὰ μὴν τὸν νιώθουμε κὰν ὡς πλησίον. «Σύν-χώρεση»· αὐτὸ τὸ «σύν-» σημαίνει «μαζί». Τὸν ἀγώνα αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν κάνουμε, ὅπως μᾶς λέει ἡ Ἐκκλησία μας, μέσα ἀπὸ μιὰ ζωὴ συμφιλίωσης -κι ἐδῶ ὑπάρχει τὸ «σύν-». Ἡ συγχώρηση ὁδηγεῖ στὴ συμφιλίωση, ἡ συμφιλίωση στὴ συναδέλφωση, ἡ συναδέλφωση στὴ συμπόρευση, στὴ συνάθληση, καί, τέλος, σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει, στὴν εὐλογημένη κατάσταση τοῦ νὰ γίνουμε σύμψυχοι, «τὸ ἓν φρονοῦντες» (Φιλ. 2, 2), «ἐν μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες» (Φιλ. 1, 27)· νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι σὰν μία ψυχή, μὲ ἕνα κοινὸ φρόνημα, ἑνωμένοι στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀγάπης ποὺ Αὐτὸς δίδαξε καὶ ἐνέπνευσε σ’ ἐμᾶς. Τί ὡραῖες λέξεις! «Συγχώρηση», «συμφιλίωση», «συναδέλφωση», «συμπόρευση», «συνάθληση», καὶ ἡ κατάσταση τοῦ νὰ εἴμαστε «σύμψυχοι», ὁμόφρονες καί, ἀκόμη περισσότερο, ὁμόψυχοι, μὲ μία ψυχή, ἑνωμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη κλίμακα ἐξαγιασμοῦ καὶ σωτηρίας ἡ ὁποία προκύπτει ἀπὸ μία ἄλλη συγχώρηση, τὴ συγχώρεσή μας ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ μετάνοια ποὺ ἔλεγαν τὰ τροπάρια. Πόσα δὲν ἔχουμε κάνει ποὺ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ Αὐτόν! Πόσα δὲν ἔχουμε κάνει ποὺ μᾶς κάνουν δύσκολη τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του στὴ ζωή μας! Ἐμεῖς φταῖμε ποὺ δημιουργοῦμε τὴν ὁμίχλη τῶν παθῶν μας, ἐμεῖς φταῖμε ποὺ ἔχουμε αὐτὴ τὴ θολούρα τῶν ἀδυναμιῶν μας. Μᾶς λείπει ἡ ἀρχοντιὰ καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ὁμολογίας τῆς ἁμαρτίας μας. Οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῶν τριῶν τελευταίων Κυριακῶν, ἡ πρώτη τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ἡ δεύτερη τοῦ Ἀσώτου καὶ ἡ τρίτη τῆς Κρίσεως, ἔχουν μεταξύ τους ἕνα κοινὸ σημεῖο: παρουσιάζουν τὴν ἁμαρτία ὡς ἁμαρτία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε τὸν Τελώνη νὰ πηγαίνει στὸν ναὸ γιὰ νὰ ζητήσει συγγνώμη καὶ νὰ ἀπευθύνεται στὸν Θεὸ λέγοντας: «ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18, 13). Ἐνῷ ὡς Τελώνης ἁμάρτησε ἔναντι τῶν συνανθρώπων του, συγχώρηση ζητάει πρωτίστως ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν χῶρο τοῦ ναοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἄσωτος: «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός Σου» (Λουκ. 15, 21), λέει πρὸς τὸν πατέρα του – ὁ πρῶτος ἔναντι τοῦ ὁποίου ἁμάρτησα δὲν εἶσαι ἐσύ, ὁ πατέρας μου, ποὺ κατασπατάλησα τὴν περιουσία σου, ἀλλὰ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ ὁποίου κατέχρανα τὴν εἰκόνα, λέρωσα καὶ σπίλωσα τὴν τίμια εἰκόνα μὲ τὴν ὁποία περιποιήθηκε τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν ὑπόστασή μου. Καὶ στὴν τρίτη παραβολή, τὴν παραβολὴ τῆς Κρίσεως, βλέπουμε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ λέει: «Ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με» (Μτ. 25, 42) -αὐτὸ ποὺ δὲν κάνατε στὸν συνάνθρωπό σας δὲν τὸ κάνατε σὲ μένα- στὸ πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ εἶμαι ἐγώ, ἄρα ἡ ἁμαρτία σας εἶναι ἁμαρτία ποὺ ἀνάγεται σὲ ἐμένα. Καὶ οἱ δικές μας ἁμαρτίες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ ἔχουν ὡς βάση τους τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία, τὴ φιληδονία, τὴ φιλοϋλία, τὴ φιλαργυρία, τὸν ὑλισμό, τὴν πνευματική μας μυωπία, εἶναι ἁμαρτίες ἐσωτερικές, ἁμαρτίες ποὺ τὶς ζοῦμε μέσα μας καὶ μᾶς τρῶνε τὰ σωθικά. Εἶναι ἁμαρτίες ποὺ καταστρέφουν καὶ καταβροχθίζουν τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς συνανθρώπους καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἀποτελοῦν ὅλες μαζὶ τὴ μία ἁμαρτία ποὺ διαπράττουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔβαλε τὴ σφραγίδα τῆς εἰκόνας Του καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ φθάσουμε μὲ τὴ χάρη Του στὴν ὁμοίωσή Του. Κι ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε καὶ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ τὸ καθ’ ὁμοίωσιν. Ἔτσι, ζοῦμε σ’ αὐτὴ τὴ ζωώδη κατάσταση τῆς καθημερινότητάς μας. Δὲν μεταμορφώνεται ὁ ἑαυτός μας, δὲν ἀναγεννᾶται, δὲν ζεῖ κάπως πιὸ πνευματικά, δὲν λειτουργεῖ ὡς συγγενὴς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Στεκόμαστε λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ζητοῦμε αὐτὴ τὴ δεύτερη συγχώρηση. Ἀφοῦ συμφιλιωθοῦμε μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, μὲ τοὺς διπλανούς μας, καὶ αἰσθανθοῦμε λιγάκι ὅτι γκρεμίζονται τὰ τείχη ποὺ μᾶς χωρίζουν, προχωροῦμε στὴν ἄλλη συμφιλίωση, τὴ συμφιλίωση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα μας. Αὐτὴ ἡ συμφιλίωση, αὐτὴ ἡ συγχώρηση βάζει τὸν Θεὸ στὸν χῶρο τῆς ψυχῆς μας. Ἔτσι, ἀρχίζουν νὰ ἐμφανίζονται τὰ ἀποτυπώματα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειάς Του μέσα στὴν καρδιά μας, νὰ ἐκφράζονται οἱ ἐσωτερικοί, οἱ πνευματικοὶ «ἀλάλητοι στεναγμοί» τῆς παρουσίας Του. Ἔτσι, εἰσέρχεται ἡ χάρις Του, κοινωνεῖται ἡ θεία φύση Του καὶ καθίσταται ὁρατὸ τὸ πρόσωπό Του. Ὑπάρχουν ἄλλα δύο «σύν-» τῆς «σύν- χώρησης». Λέγεται στὸ

βιβλίο τοῦ Δευτερονομίου (καὶ περιγράφεται ἀναλυτικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο) πὼς σὲ αὐτὸ τὸν ἀγώνα ποὺ κάνουμε ζητοῦμε καὶ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ συμπαράσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ἡ δική μας αἴτηση συγγνώμης ἀπὸ Αὐτὸν Τὸν καθιστὰ «συνεκπολεμοῦντα» (πρβλ. Δευτ. 1, 3) μαζί μας, τοῦ ἐπιτρέπει Αὐτὸς νὰ πολεμᾶ γιὰ ἐμᾶς καὶ νὰ φέρνει σὲ πέρας τὸν δικό μας ἀγώνα. Κι ἀκόμη παραπάνω, ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε «συμπορευόμενοι» μὲ Αὐτόν. Ὄχι νὰ συμπορεύεται ὁ Θεὸς στὸν δικό μας ἀγώνα -αὐτὸ εἶναι τὸ προηγούμενο- ἀλλὰ νὰ συμπορευόμαστε ἐμεῖς στὴ δική Του πορεία καὶ ὁδό. Τὸ βράδυ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων θὰ ψάλουμε: «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθῶμεν Αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ Αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς». Αὐτὴ ἡ συγχώρηση ποὺ θὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ μᾶς δώσει μὲν τὴν

αἴσθηση ὅτι στὸν ἀγώνα μας καὶ στὴν πορεία μας εἶναι καὶ Αὐτὸς συνοδοιπόρος, ταυτόχρονα ὅμως θὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ στὸ νὰ μπορέσουμε κι ἐμεῖς νὰ πορευθοῦμε τὴ δική Του ὁδό· νὰ συσταυρωθοῦμε, νὰ ζήσουμε τὸ πάθος Του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ συζήσουμε μαζί Του καὶ νὰ συναναστηθοῦμε. Τί εὐλογημένη ποὺ εἶναι ἡ συγχώρηση! Πόσο, ὅμως, δύσκολα βγαίνει ἀπὸ τὴν ψυχή μας μερικὲς φορές. Εἶμαι σίγουρος ὅτι κι ἐγὼ ἔχω πικράνει κάποιους -εἶδα μερικοὺς ἀνάμεσά σας. Ἐλπίζω νὰ ἦρθαν γιὰ νὰ μὲ συγχωρέσουν, νὰ κατανοήσουν τὸ γιατί ἔκανα αὐτὸ ποὺ ἔκανα. Ἐνδεχομένως καὶ κάποιοι ἔχουν πικράνει κάποιους ἄλλους ἢ ἐμένα ἢ ἐσᾶς. Τί ὡραῖο πράγμα φεύγοντας σήμερα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχουν τείχη ἀνάμεσά μας! Οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι κακοί, εἶναι ἀδελφοί μας. Δὲν εἶναι ἐχθροὶ καὶ ἐμπόδια στὴν πορεία μας, ἀλλὰ εὐλογημένες εὐκαιρίες στὸν ἀγώνα μας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀγώνα καὶ τὴ συγχώρηση, ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτο στοιχεῖο ποὺ προσδιορίζει τὸν χαρακτήρα αὐτῆς τῆς εὐλογημένης περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο σήμερα θὰ μιλήσουμε πιὸ συνοπτικά. Εἶναι τὸ στοιχεῖο τῆς χαρᾶς. Ξεκινοῦμε τὴν προετοιμασία μας γιὰ τὸ Πάσχα μὲ διάθεση ἀγωνιστική. Ξεκινοῦμε μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς συμφιλίωσης μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τῆς συγχώρησης μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἀγώνας ὅμως καὶ ἡ συγχώρηση δὲν μποροῦν νὰ τελεσφορήσουν ἂν ἡ καρδιά μας διατηρεῖ τὴ μιζέρια καὶ τὴν κακομοιριά της, ἂν δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ μεγάλη καὶ ἐσωτερικὴ χαρά.

«Τὸν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρὸς ἀγῶνας πνευματικοὺς ἑαυτοὺς ὑποβάλλοντες», λέγει τὸ τροπάριο -αὐτὸ τὸν ἀγώνα μὲ χαρὰ νὰ τὸν ξεκινήσουμε. Σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο ἔλεγε: «Ἔλαμψεν ἡ χάρις σου Κύριε, ἔλαμψεν ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν», ἔφθασε ἡ λάμψη καὶ ὁ φωτισμός Του στὴν ψυχή μας. Γι’ αὐτὸ προτρεπόμαστε νὰ εἴμαστε «πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι» -γεμάτοι ἐσωτερικὴ καὶ πνευματικὴ χαρά- καὶ ἔτσι νὰ ξεκινήσουμε. Ἀλλὰ καὶ τὰ τροπάρια τῆς ἑπόμενης ἑβδομάδος ὑπογραμμίζουν τὴν ἀνάγκη νὰ διεξαγάγουμε αὐτὸ τὸν ἀγώνα καὶ νὰ διεξέλθουμε τὴν πορεία αὐτὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς χαρούμενα, δοξολογικά, ἐλπιδοφόρα.

Θὰ κλείσουμε μὲ ἕνα τέταρτο γνώρισμα τῆς Τεσσαρακοστῆς: τὸν στόχο τῆς Ἀναστάσεως. Ἔλεγε ἕνα τροπάριο: «ἀξιωθείημεν κατιδεῖν τὸ Ἅγιον Πάσχα». Τὰ τροπάρια σήμερα, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα, μιλοῦν γιὰ τὸ τέλος τῆς περιόδου, γιὰ τὸ Πάσχα. Ἕνα ἄλλο ἔλεγε νὰ «καταντήσωμεν » στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, νὰ φθάσουμε δηλαδὴ εὐλογημένα στὸ τέλος καὶ στὸν στόχο μας, ποὺ εἶναι ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ⋅ ὄχι ἀσφαλῶς μὲ ἐξωτερικοὺς μόνο τρόπους ἀλλὰ κυρίως μὲ πνευματικούς -νὰ ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας νὰ ζήσει αὐτὴ τὴ χαρὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Ἔχουμε μπροστά μας μιὰ ἐκπληκτικὴ εὐκαιρία, μὲ μοναδικὲς ἀφορμὲς καὶ μὲ ὄμορφες δυνατότητες, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ καθένας μας νὰ ξεκινήσει φιλότιμα καὶ ὅσο πιὸ ἔντονα μπορεῖ αὐτὸ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας τῶν «βρωμάτων», τῶν τροφῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς νηστείας τῶν παθῶν, νὰ συγχωρεθοῦμε μεταξύ μας καὶ νὰ συμφιλιωθοῦμε, νὰ μὴ θεωροῦμε ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος ἐναντίον μας, ἀλλὰ ὅτι εἶναι, ἀκόμη καὶ μὲ τὰ ἐλαττώματά του, αὐτὸς ποὺ φέρνει ὁ Θεὸς στὸν δρόμο καὶ στὴν πορεία μας. Καὶ ἔτσι ἀγκαλιασμένοι, ἑνωμένοι καὶ σύμψυχοι, ἀφοῦ ζητήσουμε καὶ τὴ συγγνώμη τοῦ Θεοῦ, νὰ φθάσουμε γεμάτοι χαρὰ στὸν στόχο μας, ποὺ εἶναι ἡ βίωση τῆς εὐλογίας τῆς Ἀναστάσεως.

Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πράγματι νὰ εἶναι παρὼν αὐτὲς τὶς μέρες στὴ ζωή μας -στὴ ζωὴ ὅλων!- νὰ συνεκπολεμεῖ μαζί μας καὶ νὰ φέρνει εἰς πέρας τὸν ἀγώνα μας. Καὶ καθὼς θὰ περνᾶνε οἱ ἑβδομάδες καὶ θὰ πλησιάζουμε «ἐγγύτερον ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν», ἢ ὅτε ξεκινήσαμε τὸν ἀγώνα μας πρὸς τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νὰ νιώθουμε ἤδη τὴν αὔρα τῆς παρουσίας τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ στὴ ζωή μας.

Καλὴ καὶ Εὐλογημένη Τεσσαρακοστή!

Πειραϊκή Εκκλησία
Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς,
Τεύχος 212, Φεβρουάριος 2010

Πηγή:http://www.xristianos.net

Αγάπη ναι· αλλά ποια αγάπη;



Πρωτ. π. Γ. Μεταλληνού

«ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»

(Ματθ. κε’ 40).
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθαίου κε’ 31-46.

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ’ αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…».

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική – παγκόσμια η κρίση, καθολικό – παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε… Δεν μπορεί να τ’ αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν’ αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ’ ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ’ 6· Α’ Ιωαν. δ’ 8· δ’ 16· ε’ 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

Αδελφοί μου!

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ’ άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει…

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ
«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη
τηλ. 2310 212659