Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Βίος του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου

Βίος του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου


μοναχού Βατοπαιδινού


Ο μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ζούσε στους χρόνους του βασιλέως Λικινίου, γύρω στα 320 μ.Χ. και καταγόταν από την πόλη Ευχάϊτα της Γαλατίας.

Η ομορφιά του σώματός του, η σύνεσή του και η ρητορική του δεινότητα τον έκαναν την εποχή εκείνη πασίγνωστο στους κύκλους των ισχυρών. Αυτή ήταν η αιτία που γνωρίστηκε και με αυτόν τον βασιλέα Λικίνιο, ο οποίος έκπληκτος από την εξαίρετη προσωπικότητά του, τον τίμησε με το αξίωμα του αρχιστράτηγου και ταυτόχρονα του έδωσε την διοίκηση της πόλεως Ηράκλειας που βρισκόταν στον Εύξεινο Πόντο.

Δεν γνώριζε βέβαια ο ίδιος ότι η ομορφιά της προσωπικότητας του Θεοδώρου εστιαζόταν κυρίως στην αρετή και σύνεσή του, που είχαν προκαλέσει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί του. Δεν γνώριζε επίσης ότι ο Θεόδωρος ήταν Χριστιανός.

Πόσο επέδρασε η προσωπικότητά του μέσα από το μεγάλο αξίωμα που είχε φάνηκε στην συνέχεια, διότι μιλώντας με παρρησία για τον Χριστό στην πόλη που διοικούσε, έπεισε σχεδόν τους πάντες να γίνουν Χριστιανοί.

Αυτά μέν συνέβαιναν στην Ηράκλεια. Ο δε Λικίνιος διαμένοντας προσωρινά στην Νικομήδεια, άκουσε για την δράση του Θεοδώρου και λυπήθηκε πολύ. Προσποιήθηκε όμως άγνοια και έγραψε στον Θεόδωρο περίπου τα εξής: «Λικίνιος ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, στον στρατηλάτη Θεόδωρο, Χαίρε! Επειδή από την δύναμη και το θέλημα των μεγάλων θεών έχουμε την τιμή και την βασιλεία, είναι φυσικό και χρειάζεται να προσπαθούμε να κάνουμε το θέλημά τους και ό,τι είναι αρεστό σ αυτούς, προκειμένου να ευτυχούμε και μακροημερεύουμε. Πρέπει λοιπόν πρώτα εμείς να τους τιμούμε, οι οποίοι έχουμε τιμηθεί απ αυτούς και έχουμε την βασιλεία και τις διοικητικές θέσεις, έπειτα δε να τους τιμά και όλος ο λαός. Η προσκύνηση και η λατρεία των θεών είναι επιβεβλημένη.

» Την φιλική αυτή επιστολή σου την στέλλω για δύο λόγους. Αφ ενός μέν για να ετοιμάσουμε διαταγές που θα απευθύνονται σ όλη την χώρα ώστε όλοι να προσκυνούν και λατρεύουν τους θεούς μας και αφ ετέρου για να θυσιάσουμε πρώτοι εμείς στους θεούς μας, δίνοντας έτσι το παράδειγμα ώστε ο λαός βλέποντας την αγάπη μας προς αυτούς, να αυξάνουν τον πόθο τους. Υγίαινε!».

Επιφανής αποστολή με βασιλικούς απεσταλμένους, έφθασε στον Θεόδωρο και επέδωσαν την επιστολή. Αυτός δε τους τίμησε, τους φιλοξένησε και τους χάρισε πολλά δώρα. Όταν κατά τον προσδιορισμένο χρόνο έπρεπε να μεταβεί στον βασιλέα, του έστειλε επιστολή στην οποία έγραφε περίπου τα εξής:

«Θεόδωρος ο στρατηλάτης προς τον βασιλέα Λικίνιο, Χαίρε! Την εντιμότατη επιστολή σου έλαβα και προσκύνησα. Μου γράφεις βέβαια, υψηλότατε, να έλθω εκεί, αλλά δεν είναι τούτο εύκολο σε μένα προς το παρόν, διότι μεγάλη αναταραχή υπάρχει εδώ από τους Χριστιανούς, οι οποίοι άφησαν την πατροπαράδοτη πίστη και προσκυνούν τον Χριστό και έτσι κινδυνεύει όλη η Ηράκλεια να επαναστατήσει εναντίον σου. Γι αυτό σε παρακαλώ δώσε εντολή να μεταφερθούν εδώ τα αγάλματα των μεγαλύτερων θεών για να ειρηνεύσεις τον κόσμο και ταυτόχρονα να προσφέρουμε από κοινού θυσία μπροστά στον λαό για να μας μιμηθούν. Υγίαινε!».

Μεγάλη χαρά προξένησε στον βασιλέα αυτή η επιστολή, αφού όπως νόμιζε επιβεβαιώθηκε ότι ο Θεόδωρος δεν ήταν Χριστιανός. Εξάλλου του ήταν και πολύ χρήσιμος.

Ο Θεόδωρος, όμως, ήθελε να μαρτυρήσει εκεί στην πατρίδα του και έτσι να ενισχυθούν οι πιστοί από την δική του παρρησία στην πίστη.

Οκτώ χιλιάδες άνδρες, πλήθος αγαλμάτων των μεγαλύτερων θεών και αυτός ο ίδιος ο Λικίνιος πορεύονταν στην πορεία από την Νικομήδεια στην Ηράκλεια.

Αγωνία και προσευχή! Ο Θεόδωρος στο δωμάτιό του, ικετεύει τον Κύριο να τον ενισχύσει στις δύσκολες στιγμές που έφθαναν. Ξαφνικά σαν να άνοιξε η σκέπη του δωματίου του και είδε φλόγα μεγάλη να συνδέει τον ουρανό και το σπίτι που έμενε. Φωνή από ψηλά του έλεγε «Έχε θάρρος, Θεόδωρε, διότι είμαι μαζί σου». Δάκρυα στα μάτια του Θεόδωρου και ιλαρή χαρά με παρουσία Αγίου Πνεύματος στην καρδιά μαρτυρούσαν για το επικείμενο μαρτύριο. Γονάτισε και είπε «Κύριε, Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού του Ζώντος, Σύ που κατέβηκες από τους ουρανούς στην γή για να μας δείξεις τον δρόμο και τον τρόπο, πώς να ανεβούμε εμείς από την γή στον ουρανό. Σύ που έγινες ομοιοπαθής με μας άνθρωπος για να σώσεις τον άνθρωπο, Σύ, που υπέμεινες Σταυρό και θάνατο για να δείξης σε μας πώς να υπομένουμε θάνατο για την δική Σου αγάπη, ενδυνάμωσέ με, ενίσχυσέ με, για να δώσω την μαρτυρία μου για το όνομά Σου». Το φως της Μεταμορφώσεως του Κυρίου τον γέμισε ειρήνη, το πρόσωπό του ήταν χαριέστατο, ντύθηκε και ευτρεπίστηκε με την λαμπρότερη στολή του. Θα έδινε την μάχη κατά των αόρατων και ορατών εχθρών, ώστε να φθάσει νικητής στον ουρανό.

Συνάντησε έφιππος και με τιμητική συνοδεία τον βασιλέα και απηύθηνε τον δέοντα χαιρετισμό. Συνομιλώντας έφθασαν στην πόλη. Κάθησε σε θρόνο ψηλό ο βασιλιάς και άρχισε να επαινεί τους παρισταμένους και τον Θεόδωρο, που αξιώθηκε να είναι διοικητής τέτοιας πόλεως η οποία έδειχνε μεγάλο σεβασμό προς τους θεούς.

Παρώτρυνε τον Θεόδωρο να ξεκινήσουν οι θυσίες, εκείνος, όμως, τον παρακάλεσε να του δώσει για δύο νύχτες τα αγάλματα των θεών για να θυσιάση δήθεν μόνος του και στην συνέχεια να γίνουν με προετοιμασίες δημόσιες θυσίες. Χάρηκε ο βασιλιάς για την ευλάβεια του Θεόδωρου προς τους θεούς και του έδωσε τα αγάλματα. Εκείνος, όμως, τα πήρε στο σπίτι του, τα σύντριψε σε μικρά κομματάκια και καθώς ήταν από χρυσό και ασήμι και άλλους πολύτιμους λίθους, τα χάρισε στους πτωχούς.

Πέρασαν οι δύο μέρες και ο βασιλιάς στάθηκε και πάλι στον θρόνο του. Ο Θεόδωρος κάθησε δίπλα του. Προσφώνησε τον Θεόδωρο ο βασιλιάς και τον παρώτρυνε ξανά να θυσιάση.

Όμως, εκείνη την στιγμή, κάποιος εκατόνταρχος στο όνομα Μαξέντιος στάθηκε μπροστά και είπε προς τον βασιλέα, «Σήμερα απατήθηκε η βασιλεία σου από αυτόν τον αναιδέστατο Θεόδωρο, γιατί είδα εγώ, την χρυσή κεφαλή της θεάς Αρτεμης στα χέρια ενός φτωχού. Τον ρώτησα πού την βρήκε και μου είπε ότι του την χάρισε ο Θεόδωρος».

Έμεινε άφωνος ο βασιλιάς και με έκπληξη και ταραχή κοίταξε τον Θεόδωρο, που του είπε, «Με την δύναμη του Χριστού μου καλώς έπραξα, βασιλιά. Αλήθεια λέει ο εκατόνταρχος, σύντριψα τους θεούς σου και δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν τον εαυτό τους και πώς θα βοηθήσουν εμάς;». Για πολλή ώρα ο βασιλιάς ήταν βουτηγμένος στην λύπη. Έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του και έμεινε σαν εκστατικός. Μετά είπε, «Θεόδωρε, αυτές είναι οι τιμές προς τους θεούς; Αυτό μου ανταποδίδεις για τις τόσες τιμές που σου έκανα; Πραγματικά είσαι πονηρότατος, πανούργος και ασεβέστατος, αλλά ορκίζομαι στους θεούς πως δεν θα είναι καθόλου για καλό σου αυτή η διαδικασία». Και ο Θεόδωρος είπε, «Θολώνεις, βασιλιά και μιλάς σαν ανόητος. Βλέπεις και μόνος σου την δύναμη των θεών σου, ούτε οργίστηκαν, ούτε με έκαψαν, αλλά συντρίφθηκαν σαν χρυσός και ασήμι που είναι. Μάθε, λοιπόν, ότι τον Χριστό μου λατρεύω, που ζεί στους αιώνες».

Αλλοιώθηκε το πρόσωπο του βασιλιά από την κακία κι έδωσε προσταγές να δείρουν τον Θεόδωρο με ωμά νεύρα βοδιού στην πλάτη, στην κοιλιά, στον λαιμό, να τον κτυπούν με μολύβδινες σφαίρες, να τον δέσουν και να τον καίνε με λαμπάδες.

Μετά διέταξε να τρίβουν τις πληγές του και τις καμένες σάρκες του με τούβλα και κρεμμύδια και ύστερα να τον ρίξουν στην φυλακή, να ασφαλίσουν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο και να τον αφήσουν νηστικό επτά μέρες.

Αληθινά, πήλινος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να αντέξει όλα αυτά τα δεινά, αλλά στην καρδιά του Θεοδώρου το Πνεύμα του Θεού ενεργούσε και η αγάπη και ο θείος προς τον Χριστό έρωτας στα βάσανά του μεγάλωνε. Έκανε υπομονή και τις επτά μέρες και το μόνο που έλεγε ήταν «Δόξα Σοι, ο Θεός μου».

Όταν πέρασαν οι επτά μέρες, έδωσε εντολή ο βασιλιάς να φέρουν μπροστά του τον Θεόδωρο. Και βλέποντάς τον τραυματισμένο, νόμισε πως είναι ώρα να κάμψει την δύναμη της πίστεως του αθλητή με κολακείες και υποκριτική αγάπη. Του είπε λοιπόν, «Πολλές καταστάσεις συμβαίνουν στους ανθρώπους, τις οποίες εμείς δεν μπορούμε να εννοήσουμε, σαν κι αυτή που συνέβηκε σε σένα, φίλε μου Θεόδωρε. Από ποιά σκέψη και γιατί αρνήθηκες τους θεούς κι ασέβησες με τέτοιο τρόπο σ’ αυτούς, αλλά και το πώς υπέμεινες τόσα βάσανα, δεν μπορώ να το εννοήσω. Θέλω, όμως. έστω και τώρα να μετανοήσεις, να θυσιάσεις στους μεγάλους θεούς κι αυτοί επειδή είναι ελεήμονες θα σε συγχωρήσουν. Αλλά κι εγώ θα σε γεμίσω με δώρα και τιμές». Ο Θεόδωρος του είπε, «Δεν είναι δυνατόν σε μένα να αρνηθώ το όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού, ούτε κι αν ακόμα μου χαρίσεις τα πάντα, ούτε αν με κατακόψεις λεπτά τεμάχια. Μάθε ότι ζώ μόνο για τον Χριστό μου και καμία τιμωρία δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του, κι αν θέλεις δοκίμασε». Ο βασιλιάς είδε το αμετάθετο της γνώμης και ο θυμός του τον έκανε αλλόφρονα. Έδωσε εντολή να στήσουν Σταυρό έξω από την πόλη και να σταυρώσουν τον Θεόδωρο.

Η απανθρωπιά του στρατιώτη ξεπέρασε την εντολή του βασιλιά. Τον καρ-φώνουν στο ξύλο του σταυρού και σαν θηρία πέρασαν σιδερένια περόνη στα παι-δογόνα μόρια του Θεοδώρου, που έφθασε μέχρι τα σπλάχνα του. Αλλά και παιδιά από τριγύρω έριχναν βέλη στο πρόσωπό του για να καταστρέψουν τα μάτια του.

Υπέμενε γενναία ο Θεόδωρος, αλλ’ όμως στο βάθος της ψυχής του προσευχόταν, «Κύριε, Κύριε, προείπες σε μένα ότι θα είσαι μαζί μου, γιατί με εγκατέλειψες; Να τώρα είναι καιρός βοηθείας. Για σένα παρέδωσα το σώμα μου σε βάσανα και τιμωρίες. Ενδυνάμωσέ με ώστε καθόλου να μην υποχωρήσω και παράλαβε την ψυχή μου, διότι δεν αντέχω άλλο».

Ο τύραννος Λικίνιος νόμισε ότι ο άγιος θα είχε ήδη παραδώσει την ψυχή του. Όμως απατήθηκε, διότι το βράδυ, χαριέστατος νέος εμφανίστηκε με ξένη φωτεινή θέα, τον κατέβασε από τον σταυρό, τον θεράπευσε τελείως, τον ασπάστηκε και του είπε, «Χαίρε, Θεόδωρε, του Χριστού μου στρατιώτα. Έχε θάρρος και δύναμη στο όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού. Γιατί είπες ότι σε εγκατέλειψε ο Θεός; Ο Θεός είναι μαζί σου. Τελείωσε τον δρόμο του μαρτυρίου σου γιατί σε περιμένουν ολόλαμπρα στεφάνια». Ο μέν άγγελος όπως εμφανίστηκε ανερμήνευτα, έτσι και έφυγε. Ο Θεόδωρος, όμως, γεμάτος από ευφροσύνη ευλογούσε τον Θεό λέγοντας ψαλμούς και ύμνους και με ευχαριστίες προς τον Κύριο πέρασε την υπόλοιπη νύκτα.

Τα ξημερώματα ο Λικίνιος έστειλε δύο υπηρέτες του, τον Αντίοχο και τον Πατρίκιο να πάρουν το σώμα του αγίου και να το ρίξουν στην θάλασσα, για να μην το πάρουν οι χριστιανοί και το τιμήσουν.

Βλέποντας, όμως εκείνοι τον σταυρό χωρίς το σώμα του Θεόδωρου, σκέφτονταν και συζητούσαν μεταξύ τους πως οι χριστιανοί πιστεύουν στην Ανάσταση των νεκρών και μήπως συνέβη κάτι παρόμοιο στον Θεόδωρο. Όταν όμως πλησίασαν τον είδαν τελείως υγιή και εξεπλάγησαν, «Ακατανόητα μεγάλος είναι ο Θεός σου Θεόδωρε. Και μείς Χριστιανοί είμαστε». Ταυτόχρονα πίστεψαν κι άλλοι ογδόντα πέντε άνθρωποι που είχαν συρρεύσει εκεί για να δούν τον διοικητή τους, αλλά και τριακόσιοι στρατιώτες του Λικινίου που έφθασαν εκεί για να δούν το θαυμαστό γεγονός. Ένας, όμως, στρατιώτης έφυγε από εκεί και έτρεξε να γνωρίσει στον Λικίνιο όσα συνέβηκαν, και ότι όλη η Ηράκλεια κινδυνεύει να πιστέψει στον Χριστό.

Τότε, άλλοι στρατιώτες αποστέλλονται από τον Λικίνιο με διαταγή να αποκεφαλίσουν τον Θεόδωρο, διότι όλη η πόλη έμαθε τα γεγονότα και συνέρρεαν από παντού κοντά στον Θεόδωρο. Κινδύνευε δε να γίνει στάση κατά του αυτοκράτορα.

Πράγματι, οι Χριστιανοί άρχισαν να αντιστέκονται και οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να εκτελέσουν την διαταγή του αποκεφαλισμού έως ότου ο ίδιος ο Θεόδωρος έπεισε με λόγους πίστεως τους Χριστιανούς ότι το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν ήταν να φύγει σαν μάρτυρας από την ζωή αυτή και να πάει κοντά στον αγαπημένο του Χριστό.

Έδωσε λοιπόν εντολή σ’ έναν πιστό δούλο του να γράψη το μαρτύριό του και μετά τον θάνατό του να πάρει το σώμα του και να το θάψει στα Ευχάϊτα, την πατρίδα του.

Οι χριστιανοί υποχώρησαν και οι στρατιώτες αποκεφάλισαν τον Θεόδωρο. Το σώμα του, σύμφωνα με την επιθυμία του το μετέφεραν οι Χριστιανοί στα Ευχάϊτα, όπου και το έθαψαν δίπλα στο πατρικό του σπίτι.

Πολλές θεραπείες ασθενών και άλλα εξαίσια θαύματα γίνονται μέχρι σήμερα από τον άγιο μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Φεβρουαρίου ενώ η ανακομιδή των αγίων του λειψάνων στις 8 Ιουνίου