Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Έρευνα και πίστη στο Θεό

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το Μητροπολίτη Λεμεσού κ.κ. Αθανάσιο στην ομιλία του με θέμα: "Έρευνα και Πίστη στο Θεό".

Η Ομιλία είναι από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Λεμεσού.

Πνευματική πείνα και δίψα

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το Μητροπολίτη Λεμεσού κ.κ. Αθανάσιο στην ομιλία του με θέμα: "Πνευματική πείνα και δίψα".

Η Ομιλία είναι από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Λεμεσού.

ΤΟ ΛΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.....

" Εξομολογείσαι; "Όχι Γέροντα", Γιατί; Να εξομολογείσαι. Το γράφει το Ευαγγέλιο. Είναι μυστήριο της Εκκλησίας. Να εξομολογείσαι, διαφορετικά μην κοινωνείς. Να βρίσκετε καλούς πνευματικούς, να τα πείτε όλα. Πως πηγαίνετε στον γιατρό; Έτσι να πηγαίνετε και στον πνευματικό. Υπάρχουν και άγιοι πνευματικοί.

Ελέρωσες το φουστάνι σου, τι θα κάνεις; Θα το πλύνεις. Ο Χριστός θα σου πει " γιατι δεν μετάνιωσες, γιατί δεν εξομολογήθηκες;" Να εξομολογηθείς με ειλικρίνεια γιατί θα φανερωθούν μία μέρα ΟΛΑ στην άλλη ζωή. Χρειάζεται αυτοκατάκριση όταν εξομολογείσαι. Όχι απλώς να τα πεις.

Όταν κρύβετε μια σοβαρή πράξη κατά την εξομολόγηση, τότε δεν υπάρχει εξομολόγηση και να εξομολογείσθε τακτικά, μην αφήνετε την ψυχή σας να λερώνεται.

Να εξομολογείσθε λοιπόν στον πνευματικό σας. Όπως πλένετε το παντελόνι σας, όταν λερωθεί και καθαρίζει, έτσι καθαρίζει και η ψυχή του ανθρώπου, όταν πηγαίνουμε για εξομολόγηση.

Να εξομολογείσθε και να κοινωνείτε. Είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού. Παίρνετε δύναμη. Έτσι αντέχουν και οι μάρτυρες".

από το βιβλίο "ΛΟΓΟΙ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ"

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Αγρυπνία


Σήμερα Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010 και ώρα 9μ.μ θα τελεστεί αγρυπνία εις μνήμην των Πρωτοκορυφαίον Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Η αγρυπνία θα τελειώσει γύρο στις 12.30π.μ (29 Ιουνίου 2010).

Στους πρωτοκορυφαίους Πέτρο και Παύλο


Εμείς οι σύγχρονοι χριστιανοί, αδελφοί μου, παρασυρμένοι από το πνεύμα και τα ρεύματα της εποχής, έχουμε μιαν έφεση, ωσάν να είμασταν δούλοι και κοσμικοί άνθρωποι, να ηρωοποιούμε και να ειδωλοποιούμε, τους επιφανείς των καιρών, δηλαδή όσους η δημοσιότητα προβάλει ως ήρωες και είδωλα ανθρώπων, ως καθηγιασμένα πρότυπα ζωής, φθαρτούς και πολύ συχνά αμαρτωλούς ανθρώπους. Αποκομένοι από την Παράδοση και την ζωή της μητέρας Εκκλησίας, επιχειρούμε να χορτάσουμε με ξυλοκέρατα, αρεσκόμαστε να στήνουμε εικονικούς ανδριάντες στους σπουδαίους του κόσμου και ψάχνουμε εναγωνίως στάσεις και πρότυπα ζωής εκτός του Ευαγγελίου. Η πρώτη μας αγάπη ψυχράνθηκε. Τώρα είμαστε μιμητές της αμαρτίας και δούλοι σε παιδάρια και γύναια και στους καταδυνάστες του πνεύματος και του σώματος.

Όμως σε πείσμα των καιρών, η Εκκλησία που υπέρκειται καιρών και διαστάσεων, αγιοποιεί και ουσιοποιεί το καθ’ημέραν με τις μνήμες των αγίων της. Αυτών που ξεχώρισαν από τον κόσμο, αυτών που δεν τους ετύφλωνε πάθος κανένα και αγάπη ουδεμία, αλλά μόνο ο βαθύς και μονότροπος έρως της Εκκλησίας και του Νυμφίου Χριστού. Και ανάμεσα στους αγίους, τους φιλτάτους του Χριστού, οι οποίοι πήραν αντίστροφη πορεία απ’αυτόν τον κόσμο, που πορεύεται προς τας πύλας του Άδου, υπήρξαν οι πλέον αγαπητοί του, οι πρωτοκορυφαίοι των Αποστόλων, Πέτρος και Παύλος. Αυτά τα νοητά ύψη και τα τόσο κοντινά στις καρδιές μας, προβάλει η Εκκλησία πρώτον τιμητικώς και κατά χρέος, τον μεν Πέτρο τιμώντας ὡς τῶν ἀποστόλων προεξάρχοντα, τὸν δὲ Παύλο ὡς ὑπὲρ τοὺς ἄλλους κοπιάσαντα, όπως μας λέγει το τροπάρι του Εσπερινού. Και δεύτερον τους ανυψοί και τους προβάλει μέσα στο χάος το πνευματικό του κόσμου, ως αστέρια που δεν πλανώνται και ως στύλους του Χριστού πού δεν σείονται, όχι μόνο πρότυπα ηθικά και αναστήματα αποστολικά, αλλά ως τεθεωμένους και χαριτωμένους ανθρώπους, στους οποίους εντός ζούσε ο Χριστός, ως φίλους και ανθρώπους του Θεού, νηπτικούς και υψιπέτεις και καθηγιασμένους ναούς του αγίου Πνεύματος, που ελέγχουν με την παρουσία τους, όλη την ανοησία και αναξιότητα και ματαιότητα και φθαρτότητα και το θανατερό του κόσμου.

Με ποιά στέμματα λοιπόν λόγων επευφημίας να τους εγκωμιάσουμε, κατά το τροπάριο του εσπερινού; Ο Πέτρος, ο πρώτος και κορυφαίος των δώδεκα. Από την πρώτη εκκλησία ο προεξάρχων, ο μετά τον Κύριο Ιησού πατέρας των αποστόλων και της πρώτης Εκκλησίας. Εκεί όπου ξαπόσταιναν όλοι οι διωγμένοι από την ιουδαϊκή και ειδωλολατρική μανία. Αυτός που αξιώθηκε να παραστεί στην μεταμόρφωση του Χριστού και να νιώσει αμύητος ακόμα, την χαρά και την χάρη της παρουσίας του ακτίστου φωτός, ώστε να γίνει ο ίδιος θαβώριον όρος θεολογίας και φωτεινή λαμπάδα της διδασκαλίας. Ο Σίμων Πέτρος, ο ψαράς που άκουσε από τον Κύριο “και ποιήσω σε αλιέαν ανθρώπων”, που κατέβηκε ως τον απελπιστικό άδη με την φοβερή αυτή άρνηση του Χριστού και υψώθηκε ως τον ουρανό με βαθιά και κατανυκτική μετάνοια. Ηταν αυτός που εκ μέρους των 12 έλαβε την αποστολική χάρη να κρατά τας κλείς της βασιλείας και σε βαθιά γεράματα αξιώθηκε του σταυρικού θανάτου για να ακολουθήσει τον Κύριο Του ακόμα και στον τρόπο μαρτυρίου με πόθο και χαρά μίμησης.

Ο μακάριος Παύλος, αυτός που έφτασε, ακόμα εν ζωή έως τρίτου ουρανού και άκουσε τα άρρητα ρήματα και τις θεϊκές αποκαλύψεις. Αυτός που από λυσσαλέος διώκτης έγινε ένθερμος απόστολος, ζηλωτής απόστολος, αυτός που ξεπέρασε σε ζήλο και σε έργο και αυτούς τους 12. Ποιά Εκκλησία ανά την οικουμένην δεν καυχάται για τον Παύλο, ως ιδρυτή και στύλο της και ποιός τόπος μέσα στην Μεσόγειο δεν έχει να επιδείξει κάποιον τόπο στον οποίο εμαρτύρησε ή διώχτηκε για το Ευαγγέλιο και την αγάπη του Χριστού; Ο Παύλος “το στόμα του Χριστού”, τον οποίο Παύλο οι άγιοι αγάπησαν με αγάπη μανική και οι άθεοι εμίσησαν με μίσος άσβεστο. Η φωτεινή στήλη της αλήθειας πού άλλους τους μαγνητίζει και τους φωτίζει χαρμόσυνα και άλλους εκθαμβωτική και εκτυφλωτική ως Αλήθεια τους απωθεί και τους τυφλώνει και τους τρέπει προς φυγή ή κατηγορία.

Δεν μπορουμε να πούμε κάτι άλλο για τους δύο κορυφαίους των αποστόλων, όχι γιατί θα ήταν ανάξιο ή αταίριαστο, αλλά θα μας έπαιρνε ώρα πολλή να αναφερθούμε στο πνευματικό τους ύψος και στα πνευματικά τους κατορθώματα. Ας κλείσουμε, όπως αρχίσαμε. Ναι. Ας το παραδεχτούμε, χωρίς διάθεση υποκριτικού ελέγχου ή ηθικολογικής διδασκαλίας που λέγεται μόνο για να λέγεται: Η αγάπη μας η πρώτη ψυχράνθηκε. Κάνουμε λάθος επενδύσεις ζωής και ακολουθούμε σημαίες βλασφημίας, πορευόμαστε οπίσω των Βααλείμ, των ειδωλολατρικών θεοτήτων, του κέρδους, της αθεΐας, του φανταστικού, της εύκολης συγκινήσεως, του υπολογισμού, της φανταχτερής αλλά φθαρτής δόξας. Αυτή η ζωή μας σέρνει από την μύτη και δεν έχουμε διάθεση να την κερδήσουμε για τον Χριστό. Για όσους απο μάς χάσαμε τον δρόμο, για οσους ζούμε μέσα στην απελπισία και την άρνηση και την πνοή του θανάτου και της απιστίας, υπάρχουν δύο μεγάλα πρότυπα, δύο μεγάλοι ταπεινοί και εσταυρωμένοι δια Χριστόν υπερήρωες: Ένας που αρνήθηκε τον Χριστό για να ξαναγυρίσει με την μετάνοια ως Κορυφαίος: ο Πέτρος. Και ένας που μέχρι τα μέσα της ζωής του Τον κηνύγησε και τον εδίωξε: ο Παύλος. Ένας πρώην αρνητής και προδότης, ένας πρώην σταυρωτής και διώκτης. Αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στις δύο αυτές εικόνες, στον πρότερο βίο των αποστόλων; Αν ναι επιστροφή υπάρχει και όχι μόνο επιστροφή και μετάνοια, αλλά και σωτηρία και δόξα και μόρφωση εν ημίν Χριστού του Θεού.

Ας επιστρέψουμε στην αρχαία αγάπη. Οι άγιοι πρωτοκορυφαίοι απόστολοι μας έδειξαν τον δρόμο…

Ιούνιος 2010
π Παντελεήμων Κ.

Πηγή:http://inanalipsis.com/

Αν έβρισκα έναν τέτοιο Τούρκο, θα έδινα και τη ζωή μου ακόμα

Ήταν το καλοκαίρι του 1974.

Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο. Και σκορπούν το θάνατο. Στην Μόρφου συμβαίνει ένα συνταρακτικό γεγονός. Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν 15 χριστιανούς. Τους φέρνουν στην αυλή του σπιτιού ενός Ελληνοκυπρίου δασκάλου. Και τους καταδικάζουν σε θάνατο. Ετοιμάζουν τα όπλα. Και στρέφουν τους αιχμαλώτους (άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά) στον τοίχο. Θρήνος, κλαυθμός, οδυρμός. Τραγικές στιγμές για τους μελλοθανάτους. Περιμένουν μέσα σε κλίμα φόβου και αγωνίας τον Τούρκο αξιωματικό να έλθει και να διατάξει «πυρ».


Στρέφουν τότε το νου τους και την καρδιά τους στην Ελπίδα των Απελπισμένων. Και προσεύχονται όλοι τους θερμά για το τελευταίο τους ταξίδι και ιδιαίτερα ο δάσκαλος: «Θεέ μου, συγχώρεσέ μας και δέξου μας κοντά Σου. Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου». Ο Τούρκος αξιωματικός έρχεται. Κοιτάζει τους στρατιώτες του με τα όπλα, κοιτάζει βλοσυρός και τους μελλοθάνατους. Ρίχνει μια ματιά προς τα πάνω. Μια κληματαριά απλώνεται και σκεπάζει την αυλή. Ζητάει ένα τσαμπί σταφύλι, για να παρατείνει έτσι σκόπιμα την αγωνία των αιχμαλώτων. Παίρνει το τσαμπί. Μα, ενώ ετοιμάζεται να το φάει, ακούγεται δυνατή η φωνή του δασκάλου:


Μην το φας! Προχτές το ράντισα με φάρμακο. Είναι ισχυρό δηλητήριο! Θα πεθάνεις!
Ο αξιωματικός μένει άναυδος. Και γεμάτος κατάπληξη ρωτάει:
Καλά, αφού ξέρεις, ότι σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν, γιατί δεν με άφησες να το φάω και έτσι να με εκδικηθείς;
Του απάντησε ο δάσκαλος, με ειρήνη και γαλήνη:
Είμαι χριστιανός. Και τώρα που πρόκειται να φύγω από τον κόσμο αυτό και να παρουσιασθώ ενώπιον του Θεού, δεν θα ήθελα να βαρύνω την ψυχή μου με μια αμαρτία τόσο βαρειά.

Ο Τούρκος αξιωματικός συγκλονίζεται, για μια ακόμα φορά. Στρέφεται και λέει στους στρατιώτες του:
Αν έβρισκα έναν τέτοιο Τούρκο, θα έδινα και τη ζωή μου ακόμα! Μαζέψτε τα όπλα και αφήστε τους ελεύθερους όλους!

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

"Ο Γέροντας Παίσιος και τα τεχνάσματα του διαβόλου"

...Ένας απ'τους επισκέπτες άνοιξε την κουβέντα:
-Γέροντα,δεν μας λές κάτι για το διάβολο,ο οποίος τόσο μας ταλαιπωρεί και μας απομακρύνει απ'το Θεό?
-Για το διάβολο να μιλήσουμε ή για τους αγγέλους?Εγώ βέβαια,δεν ξέρω για τους αγγέλους.Για το διάβολο όμως μπορώ να σας πώ δυό ιστορίες.
Ο Γέροντας περίμενε λίγο να πιούν το νερό και οι άλλοι και άρχισε:
-Όταν ήμουν στο μοναστήρι του Στομίου στην Κόνιτσα,ο διάβολος προσπαθούσε να με παρασύρει χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους.Ένα βράδυ,μετά το απόδειπνο,έλεγα την ευχή στο κελί καθισμένος σ'ένα σκαμνί.Είχα μιά καλή κατάσταση.Ξαφνικά ακούω διάφορα όργανα,κλαρίνα και νταούλια.Παραξενεύτηκα."Τι είναι τούτα πάλι",είπα."Το πανηγύρι πέρασε.Ποιοί παίζουν τώρα όργανα εκεί στον ξενώνα?"
Σηκώθηκα άπ΄το σκαμνί και κοίταξα απ'το παράθυρο έξω.Ήταν παντού ησυχία.Τότε κατάλαβα ότι ο διάβολος ήθελε να διακόψω την προσευχή.
-Ακούγονταν καθαρά τα όργανα,Γέροντα?ρώτησε ένας απ'την παρέα.Μήπως νομίσατε ότι ακούγονταν?
-Τι λές βρε παλικάρι?Άκουγα τα όργανα,όπως ακούγονται και στο πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου.Είχαν όρεξη οι οργανοπαίχτες του διαβόλου.Αντηχούσαν οι ρεματιές.
-Μετά,Γέροντα,ησύχασες? Σταμάτησαν οι πειρασμοί?
-Όχι. Ο διάβολος δεν απογοητεύεται εύκολα.Εγώ ξανακάθισα στο σκαμνί για να συνεχίσω την ευχή.Προσπάθησα να συγκεντρωθώ,αλλά δεν με άφησε.Μετά απο λίγη ώρα γέμισε το κελί μου με δυνατό φως.Ξαφνιάστηκα πάλι.Είδα ακόμα την οροφή να εξαφανίζεται και να μπαίνει στο κελί μιά φωτεινή στήλη,που ξεκινούσε απ'το ύψος του ουρανού.Στην κορυφή αυτής της στήλης υπήρχε ένας ξανθός νέος,που έμοιαζε με το Χριστό.Δέν έβλεπα όμως ολόκληρο το πρόσωπό του.Σηκώθηκα απ'το σκαμνί για να δώ καλύτερα.Εκείνη τη στιγμή μιά εσωτερική φωνή με διαβεβαίωνε ότι είδα το Χριστό.Εγώ αντέδρασα αμέσως.Έκανα το σταυρό μου και μονολόγησα:"Ποιός είμαι εγώ που αξιώθηκα να δω το Χριστό? Εγώ είμαι ανάξιος".Αυτό ήταν.Το φώς και ο δήθεν Χριστός χάθηκαν.Η οροφή ήταν στη θέση της.
-Αυτές οι καταστάσεις δεν προκαλούν φόβο,Γέροντα?Νομίζω οτι εγώ προσωπικά δεν θ'άντεχα,είπε ένας άλλος.
-Τι να έκανα?Μπορούσα να τον αποφύγω το διάβολο?Όμως πρέπει να ξέρετε ότι χρειάζεται θάρρος και προσευχή.Μη νομίζετε ότι ο διάβολος είναι πολύ δυνατός.Δειλός και φοβιτσιάρης είναι.Δεν πρέπει να τον πιστεύουμε.Τι να σας πω!
Κάποτε προθυμοποιήθηκε να μ'εξυπηρετήσει.
Θυμάμαι,που,όταν έφυγα απ'το Στόμιο και πηγα στο Σινά,στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης,ο διάβολος συχνά μ'ενοχλούσε.Εκεί το κελάκι είχε τρία τέσσερα σκαλάκια και πιό πέρα υπήρχαν διάφορες σπηλιές.'Οταν είχε αστροφεγγιά,μου άρεσε να βγαίνω έξω και να τρυπώνω σε κάποια σπηλιά για να κάνω την προσευχή μου πιό έντονη.
Μιά φορά λοιπόν φόρεσα την κάπα μου και βγήκα έξω.Δέν είχε πολύ φώς.Είχα ένα τσακμάκι και το αναβόσβηνα,για να βλέπω τα σκαλοπάτια και τα βράχια.Κάποια στιγμή το τσακμάκι δεν άναβε.Τότε ένα δυνατό φώς,σαν να ήταν απο προβολέα,ήρθε απ'τον απέναντι βράχο και φώτισε τα πάντα γύρω.
Εγώ αγρίεψα λίγο και ψιθύρισα:"Να μου λείψουν τέτοια φώτα".Και αμέσως ξαναμπήκα στο κελί.Ευθύς το φως χάθηκε.Είδατε το διάβολο,μου αχρήστεψε το τσακμάκι και θέλησε να μ'εξυπηρετήσει.Σκέφτηκε:"Κρίμα δεν είναι αυτός ο καλός καλόγερος να παιδεύεται?Ας του δώσω εγώ φώς!"Είδατε καλοσύνη!Ήθελε να με φωτίσει!
-Γέροντα,μετά απο μιά παρουσία του διαβόλου,τι νιώθει κανείς?Αισθάνεται δυνατός ή τον μαραζώνει ο φόβος?
-Είναι φοβερό να βλέπεις το διάβολο δίπλα σου.Όμως εμείς έχουμε το Χριστό μέσα μας και μπορούμε ν'αντιμετωπίζουμε το διάβολο χωρίς πανικό.Είναι μεγάλο κατόρθωμα να τον διώχνεις απο κοντά σου με την προσευχή.
-Γέροντα,σ'ευχαριστούμε για τις εμπειρίες που μας διηγήθηκες,είπαν όλοι με μιά φωνή.
-Το Χριστό και την Παναγία να ευχαριστείτε,είπε ο Γέροντας κι άρχισε να τους αποχαιρετάει.


Απο το βιβλίο του Πρεσβύτερου Διονυσίου Τατσή : ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟ.

Ο πόλεμος των λογισμών

Από τους πονηρούς λογισμούς που πολεμούν τον άνθρωπο, τρεις είναι οι πιο σκληροί: της απιστίας, της βλασφημίας και της πορνείας.

Για να κοπάσει αυτός ο πόλεμος, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πότε αμαρτάνεις και πότε όχι: Δεν αμαρτάνεις όταν ο νους, η βούληση, δε συγκατατίθεται στους λογισμούς, πολύ περισσότερο όταν τους αποστρέφεται ή τους περιφρονεί. Αμαρτάνεις, κάποτε και θανάσιμα, όταν ο νους αυτοπροαίρετα συγκρατεί τους λογισμούς και η καρδιά ηδύνεται και ευχαριστείται μ’ αυτούς. Όποιος πολεμείται από πονηρούς λογισμούς και δεν τους αποδέχεται, ταράσσεται όμως νομίζοντας ότι αμάρτησε, αυτός είναι μικρόψυχος, εμπαίζεται από το διάβολο και δε γνωρίζει να διακρίνει μεταξύ προσβολής και συγκαταθέσεως.

Μην παραξενεύεσαι που οι ίδιοι λογισμοί φέρνουν μαζί τους και θάνατο και ζωή, αιώνιο θάνατο ή αιώνια ζωή. Σ’ εκείνον που τους αποδέχεται προκαλούν θάνατο. Σ’ εκείνον που τους αποστρέφεται και τους πολεμά χαρίζουν ζωή, και αυξάνουν το μισθό του στον ουρανό.

Συμβαίνει κάποτε να έρχονται λογισμοί απιστίας ή βλασφημίας κατά του Θεού, της Υπεραγίας Θεοτόκου ή των αγίων. Καμιά φορά, αντικρίζοντας τα άχραντα και θεία Μυστήρια ή τις άγιες εικόνες, πέφτουν επάνω σου σαν μαύρο σύννεφο βλάσφημες σκέψεις. Περιφρόνησε αυτούς τους λογισμούς. Αδιαφόρησε. Μην ανησυχείς και μη θλίβεσαι, γιατί έτσι χαροποιείς το διάβολο. Του αρκεί να σε βλέπει θλιμμένο και συγχυσμένο, αν δεν κατορθώσει κάτι χειρότερο. Θα επαυξήσει τότε τους λογισμούς σου, για να εξουθενώσει τελείως τη συνείδησή σου. Όταν όμως σε δει να περιφρονείς τους βλάσφημος λογισμούς, θα απομακρυνθεί ντροπιασμένος.

Πρόσεξε, και θα διαπιστώσεις ότι και τα τρία είδη των λογισμών γεννιούνται συχνά από την κατάκριση. Μην κατακρίνεις τον αδελφό σου και θα καταφέρεις γενναίο πλήγμα στους πονηρούς λογισμούς. Επειδή όμως ο πόλεμος των λογισμών ταλαιπωρεί συνήθως τους υπερηφάνους και φθονερούς, ο πιο σίγουρος τρόπος για ν’ απαλλαγείς απ’ αυτόν είναι να καλλιεργήσεις μέσα σου την ταπείνωση και την ακακία.

Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν και υποδεικνύουν τα μέσα και τους τρόπους που θα χρησιμοποιήσεις για να νικήσεις τους λογισμούς και να καταισχύνεις τους δαίμονες που τους σπέρνουν μέσα σου:

  • Να τους φανερώνεις στον πνευματικό σου με την εξομολόγηση.
  • Να προσεύχεσαι στον Κύριο με θέρμη, αναθέτοντας σ’ Εκείνον την ασθένειά σου και ομολογώντας την αδυναμία σου.
  • Να καλλιεργείς μέσα σου τη συντριβή του νου, την αυτομεμψία και, γενικά, ταπεινό φρόνημα.
  • Ν’ αγαπήσεις τη νηστεία, που θανατώνει προ παντός τους σαρκικούς λογισμούς.
  • Ν’ αγαπήσεις τους σωματικούς κόπους και μόχθους, που ταπεινώνουν το σώμα και πνίγουν μέσα στον ιδρώτα σου τις πανουργίες των δαιμόνων.
  • Να ζεις συνέχεια με τη μνήμη του θανάτου και της φοβερής κρίσεως του Θεού.
  • Ν’ αντιπαραθέτεις στους ρυπαρούς λογισμούς άλλους λογισμούς, υγιείς και θεάρεστους.
  • Τέλος, αν είσαι δυνατός, περιφρόνησε και περιγέλασε τους λογισμούς, κι ύστερα προσπέρασέ τους αδιάφορα.

Ο τελευταίος αυτός τρόπος εξευτελίζει τελείως τους δαίμονες.

Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ, Πνευματικό Αλφάβητο, Ιερά Μονή Παρακλήτου

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Οι αλλοιώσεις στην πνευματική ζωή

Ερ.: Γέροντα, εκτός από αυτά πού μάς είπατε, τί άλλο πρέπει να κάνωμε όταν έλθουν αυτές οι αλλοιώσεις στην πνευματική ζωή;

Απ.: Είπα και προηγουμένως ότι ο άνθρωπος οφείλει να μάθη την τέχνη του πολέμου. Το κεντρικότερο από όλα φυσικά, όπως ο Ιησούς μάς ετόνισε, είναι η υπομονή. «Ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται» και «εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τάς ψυχάς υμών» Γιατί η υπομονή είναι αυτ
ή πού θα δείξη την πραγματικότητα. Επειδή οι αλλοιώσεις, πού είναι ανιούσες και κατιούσες καταστάσεις, δεν είναι πραγματικές. Ούτε η ανιούσα, ούτε η κατιούσα κατάστασι είναι πραγματική, ούτε το κύμα της Χάριτος πού υπάρχει μέσα στον άνθρωπο και τον δροσίζει και τον παρηγορεί, είναι μόνιμο, αλλά ούτε η απόγνωσι και η ξηρασία πάλι είναι μόνιμα. Την ποιότητά τους θα την εύρωμε μόνο με την μακροθυμία, η οποία λέγεται υπομονή. Συνηθίζοντας κανείς να υπομένη, περιμένει το έλεος του Θεού πού θα έλθη και θα τον πληροφόρηση. Οι αλλοιώσεις προκαλούνται από πολλές αιτίες. Είτε εκ δεξιών, είτε εξ αριστερών είναι, οι αφορμές ένα σκοπό έχουν. Το συμφέρον, την ωφέλεια του ανθρώπου. Ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, για να επιτρέψη να συμβή στον άνθρωπο ο,τιδήποτε, πρέπει να το κρίνη με την θεοπρεπή Του δικαιοσύνη, πού οπωσδήποτε είναι προς ωφέλεια του ανθρώπου. Το θέμα της παναγάπης και προνοίας του Θεού είναι - όπως όλες οι θείες τελειότητες - θεοπρεπές και τέλειο. Ο Θεός δεν μεταβάλλεται, ώστε να πηγάζη από μία απόφασί Του κακό. Μόνο καλοσύνη, μόνο αγάπη, μόνο αγαθότης, μόνο συμπάθεια, μόνο ελεημοσύνη είναι ο Θεός. Αρα, και εκείνους πού αγαπά, και εκείνους πού παιδεύει, τους παιδεύει σύμφωνα με τις ιδιότητές Του, αγαπητικά.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Πως ο Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από το αδιέξοδο

Το 1992 υπηρετούσα σε μια Μονάδα του Έβρου και διέμενα στο Διδυμότειχο. Την εποχή εκείνη η σύζυγός μου, Μαρία, ήταν έγκυος στο δεύτερο παίδι και διένυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Το θετικό αποτέλεσμα ενός τέστ ελέγχου αντισωμάτων ερυθράς, μας αναστάτωσε.

Μετά από μερικές ήμερες η επανάληψη του τέστ, σε άλλο μικροβιολογικό εργαστήριο, επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η σύζυγός μου είχε νοσήσει από ερυθρά, ενώ εγκυμονούσε. Να σημειωθεί ότι κατά την πρώτη εγκυμοσύνη, πριν από 3 χρόνια περίπου, το αποτέλεσμα του τέστ αντισωμάτων ερυθράς ήταν αρνητικό. Όπως ήταν επόμενο απευθύνθηκα σε ιατρούς γυναικολόγους, πού εμμέσως μας προέτρεπαν σε διακοπή κυήσεως, δεδομένου ότι ο ιός της ερυθράς προσβάλλει τα μάτια, τα αυτιά και τον εγκέφαλο του εμβρύου. Οι στατιστικές συνηγορούσαν ότι υπήρχαν πιθανότητες στο 80% - 85% το παίδι πού θα γεννιόταν να είναι τυφλό, κωφάλαλο ή και με διανοητική στέρηση. Με όλα αυτά πού άκουγα είχα χάσει πραγματικά τον ύπνο μου, ενώ προσπαθούσα να μη μεταφέρω στη σύ­ζυγό μου τις αγωνίες μου, για να μην επιβαρύνω την κατάστασή της.

Τον Αύγουστο του '92 πήρα μετάθεση από τον Έβρο στη Μυτιλήνη (ιδιαίτερη πατρίδα μου). Η σύζυγός μου είχε φύγει 10 ημέρες περίπου νωρίτερα για να μπο­ρέσω να μαζέψω την οικοσκευή μας.

Ήταν Παρασκευή προς Σάββατο και ενώ κοιμόμουν είδα στον ύπνο μου έναν Γέροντα ρασοφόρο να με προσκαλεί πάραυτα, να πάω στο Άγιον Όρος. Μέχρι τότε δεν είχα ποτέ επισκεφθεί, αλλά και ούτε γνώριζα το δρομολόγιο πού έπρεπε να ακολουθήσω για να φτάσω εκεί. Η απάντηση πού του έδωσα μέσα στον ύπνο μου ήταν: «Μα δεν ξέρω πώς να πάω», και μου απαντά: «Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ». Τρόμαξα, ξύπνησα και νόμισα ότι τον έβλεπα μπροστά μου. Άναψα τα φώτα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μονολόγησα, «δεν βαριέσαι, όνειρο είναι» και έκλεισα το φως για να συνεχίσω τον ύπνο μου. Πέρασε λίγη ώρα και είδα ξανά τον ίδιο Γέροντα να με προσκαλεί να πάω στο Άγιον Όρος. Ξαφνιάστηκα και φοβήθη­κα. Άναψα αμέσως τα φώτα, αλλά δεν είδα τίποτα. Κάθισα στο κρεββάτι μου και κοί­ταξα το ρολόι μου πού έδειχνε περασμέ­νες 02:00 η ώρα. Προβληματίστηκα και δεν ήξερα τινά κάνω. Να ξεκινήσω από το Διδυμότειχο να πάω στο Άγιον Όρος και ποιο δρομολόγιο να ακολουθήσω. Ξημέ­ρωνε Σάββατο και έπρεπε να ενημερώσω το νέο Διοικητή, πού αναλάμβανε για τις υποχρεώσεις της Μονάδας. «Να ξεκινήσω νά φύγω κρυφά χωρίς να τον ενημερώσω και αν με αναζητήσουν τί θα πω;». Όλα αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα βασάνι­ζαν το μυαλό μου.

Τελικά πήρα την απόφαση. Ξεκίνησα περίπου στις 02:30 πιστεύοντας ότι ολα θα πάνε καλά αφού άλλωστε με προσκά­λεσε ο Γέροντας.

Φθάνοντας στην Ασπροβάλτα κατευθύνθηκα αριστερά αφήνοντας την εθνική οδό Καβάλας - Θεσσαλονίκης και οδηγώντας βρέθηκα σε μία διασταύρωση με πινακίδες τοπωνυμίων και χωριών. Χωρίς πλέον να γνωρίζω την κατεύθυν­ση προς την οποία θα έπρεπε να κινηθώ, αναγκάστηκα να σταματήσω, ενώ ακόμα δεν είχε ξημερώσει. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο περνά ένα όχημα και του έκανα σήμα να σταματήσει για να το ρωτήσω προς ποιά κατεύθυνση να κινηθώ για να φτάσω στην Ουρανούπολη. Με μεγάλη μου χαρά πληροφορήθηκα ότι και αυτοί εκεί κατευθύνονταν και να τους ακολουθήσω. Πράγματι 15 λεπτά περίπου πριν αναχωρήσει το πλοίο για τη Δάφνη, φθάσαμε στην Ουρανούπολη.

Εκεί υπήρχε το αδιαχώρητο από το μεγάλο αριθμό των επισκεπτών πού πήγαι­νε στο Άγιον Όρος και συνεπώς μεγάλη δυσκολία στην εξεύρεση χώρου στάθμευ­σης. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πλησίον της αποβάθρας έφυγε ένα αυτοκίνητο και οι Θεσσαλονικείς για να με διευκολύνουν, επειδή δεν ήξερα την περιοχή με άφησαν να παρκάρω για να προλάβω γρήγορα να επιβιβαστώ στο πλοϊο πού θα έφευγε.

Όταν ξεκίνησε το πλοίο τους ανα­ζήτησα ανάμεσα στους επιβάτες για να τους ευχαριστήσω, αλλά δεν ήταν μέσα. Πιθανόν να μην πρόλαβαν να παρκάρουν έγκαιρα και να επιβιβασθούν. Ενώ καθό­μουν μόνος χωρίς παρέα μέσα στο πλοίο, με πλησίασε κάποιος Παναγιώτης, από την Αττική (Μάνδρα ή Ελευσίνα) και με ρώτησε πού συγκεκριμένα θα πάω στο Άγιον Όρος και αν πάω για πρώτη φορά. Του απάντησα ότι πρώτη φορά πηγαίνω και δεν ξέρω πού να πάω. Αλλά του διη­γήθηκα ότι, όταν υπηρετούσα στη Θεσ­σαλονίκη το '87 είχα ακούσει από έναν φίλο μου στρατιωτικό δικαστή για κά­ποιον γέροντα Παΐσιο και ήθελα να τον δω. Ο Παναγιώτης τότε μου είπε, «είσαι τυχερός γιατί και εγώ σ΄ αυτόν θα πάω. Για να πάμε όμως εκεί πρέπει να βγούμε στη Δάφνη, να πάμε με λεωφορείο στις Καρυές και να μείνουμε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, για να προλάβουμε πριν δύσει ο ήλιος να φτάσουμε με τα πό­δια στο Κελλί του».

Όταν φτάσαμε με πολλούς άλλους προσκυνητές (αφού βγάλαμε διαμονητήρια), στην είσοδο της Ιεράς Μονής ο υπεύθυνος μοναχός δεν δέχτηκε να φι­λοξενήσει κανέναν, διότι είχε πολλούς προσκυνητές και έπρεπε να είχαμε εξασφαλίσει τη διαμονή μας τηλεφωνικά από την προηγούμενη ημέρα. Τον πλησίασα και εγώ με τη σειρά μου και χον ρώτησα αν υπάρχει κάποιο κρεββάτι για σήμε­ρα και με έκπληξή μου απάντησε: «Ναι», ενώ σε όλους τους άλλους προσκυνητές τους έλεγε άλλη μέρα. Του είπα ότι δεν ήμουν μόνος μου, αλλά και πάλι μας δέχθηκε. Πράγματι, αφού τακτοποιη­θήκαμε και αφήσαμε τα προσωπικά μας αντικείμενα στη Μονή, ξεκινήσαμε για το Κελλί του γέροντα Παϊσίου. Φθάνο­ντας στο Κελλί συναντήσαμε πάρα πολύ κόσμο, οι οποίοι κάθονταν και άκουγαν τις συμβουλές του Γέροντα.

Κάποιοι από τους επισκέπτες του έ­καναν διάφορες επίκαιρες για την εποχή εκείνη ερωτήσεις, όπως: «Τί θα γίνει με το 666, αν θα αναγραφεί στις ταυτότητες μας, τι θα γίνει με το Κυπριακό, αν λυθεϊ κ.λπ»

Όταν ο γέροντας Παϊσιος τελείωσε τις συμβουλές του μας είπε να τον αφήσουμε να πάει στο Κελλί του να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Τότε πολλοί από τους επισκέπτες μπήκαμε σε μία γραμμή για να μπορέσουμε να τον πλησιάσουμε και να του πει καθένας το πρόβλημά του. Όλους όμως πού ήταν μπροστά στη σει­ρά, τους έλεγε ότι δεν έχει χρόνο.

Όταν έφτασε η δική μου σειρά του είπα: «Γέροντα και εγώ ήθελα να σας δω για λίγο» και μου απαντά: «Πήγαινε εκεί και κάτσε, είσαι κουρασμένος, από τον Έβρο ήρθες και περίμενε». Αφού τελείωσε με όλους ήρθε κοντά μου και μου είπε: «Είσαι Στρατιωτικός» και με ρώτησε αν γνωρίζω κάποιο συνάδελφο το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι τώρα. Μετά του μίλησα για το πρόβλημα πού αντιμετώπιζα με την εγκυμοσύνη της συζύγου μου και αν θα έπρεπε να γίνει διακοπή της κυήσεως της (ήδη ήταν 6 μηνών). Μου απάντησε: «Δεν πιστεύω ότι ο Θεός θα σου δώσει εσένα να ανέβεις Γολγοθά, αλλά, και αν ακόμη αυτό είναι το θέλημά Του, θα σου δώσει τη δύναμη να το αντιμετωπίσεις. Εγώ όμως θα προσευχηθώ να μην ανέβεις τον Γολγοθά και να γεννήσει η γυναίκα σου ένα γερό παιδί. Πρόσεξε όμως μη δεχθείς η γυναίκα σου να γίνει πειραματόζωο. Γι΄ αυτό ρώτησε και έναν ιατρό στην Γερμα­νία ή στην Αμερική αλλά κυρίως στην Γερμανία τί κάνουν εκεί».

Μετά από τις συμβουλές του αυτές έφυγα και πήγα στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου για να διαμείνω, αλλά προβληματιζόμουν για το πού θα βρω γυ­ναικολόγο γιατρό στη Γερμανία, σε ποιά γλώσσα θα του μιλήσω αφού δεν γνωρί­ζω γερμανικά για να επικοινωνήσω μαζί του και άλλα πολλά.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή πρωΐ, μετά τη Θεία Λειτουργία και την τράπε­ζα, ξεκίνησα να ξαναπάω στο Κελλί του μαζί με το φίλο μου τον Παναγιώτη.

Στο δρόμο συναντήσαμε λίγο πριν φθάσουμε στο Κελλί έναν κληρικό που επέστρεφε. Αφού χαιρετηθήκαμε μας λέει: «Μή συνεχίζετε, διότι από εκεί έρχομαι και δεν άνοιξε, μάλλον έχει φύγει». Εμείς όμως συνεχίσαμε και, όταν φτάσαμε χτυπήσαμε τρεις φορές το αυτοσχέδιο κουδούνι του και εμφανίστηκε στην είσοδο του Κελλιού του κάνοντας μας νεύμα να πλησιάσουμε. Πράγματι ανέφερα εκ νέ­ου τους προβληματισμούς μου και ο γέ­ροντας Παΐσιος μου επανέλαβε αυτά πού μου είχε πει το προηγούμενο απόγευμα. Αφού του ζήτησα κάποια ευλογία μου έδωσε δύο εικόνες μικρές ξυλόγλυπτες, οπού στη μία ήταν η Παναγία Βρεφοκρατούσα και στην άλλη ο Ιησούς Χριστός Εσταυρωμένος και τη μία να τη βάλω στο κρεββάτι τοϋ παιδιού πού θα γεννιό­ταν και την άλλη στης μητέρας. «Δεν έχω να σου δώσω, ευλογημένε κάτι παραπάνω, γιατί έχω γεράσει και δεν κάνω εργόχειρο». Αφού ασπάσθηκα τη χείρα του πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Το βράδυ της ίδιας μέρας έφτασα στο Διδυμότειχο. Επειδή ήμουν μόνος πήγα και περπάτησα στην πλατεία της κωμό­πολης, όπου είναι και το τέμενος. Εκεί με βρίσκει ο ιδιοκτήτης ενός φούρνου, ο κ. Νίκος με τον όποιον είχαμε συνδεθεί και οικογενειακά, επειδή με βοήθησε, όταν πρωτοπήγα στο Διδυμότειχο στην εξεύρεση κατοικίας. Συμφωνήσαμε να πιούμε ένα ποτήρι κρασί, αφού πρώτα μι­λήσει στο τηλέφωνο με το γυιό του στη Γερμανία, ο οποίος τελείωσε ιατρική και πήρε την ειδικότητα τοΰ γυναικολόγου και ο καθηγητής του τον προέτρεπε να σταδιοδρομήσει εκεί. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τα λόγια του π. Παϊσίου («ρώτα γιατρό στη Γερμανία»). Τον παρακάλεσα, πριν κλείσει το τηλέφωνο να μιλήσω κι εγώ μαζί του.

Αφού ολοκλήρωσαν τη συνομιλία τους, με φώναξε και με σύστησε στον γυιό του. Πράγματι του είπα το πρόβλημα και όλα τα μικροβιολογικά δεδομένα πού είχα και ζήτησα την επιστημονική του άποψη. Μου απάντησε ότι είμαι τυχερός, διότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων αποδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος τύπος του ιού της ερυθράς, δεν είχε τη δύ­ναμη να διαπεράσει το αμνιακό υγρό που περιβάλλει το έμβρυο μέσα στο σάκκο, ο οποίος λειτουργεί σαν προστατευτικό κέλυφος και κατά συνέπεια δεν είχε προσβληθεί το έμβρυο. Το πρόβλημα πού αντιμετωπίζαμε, ήταν ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο πού συμμετείχε πρόσφατα και ήταν 10 ετών μελετών της Πανεπιστημιακής Κλινικής, πού έκανε την ειδικότητά του. Η ανακούφιση από την αγωνία μου και η χαρά πού ένιωσα εκείνη την ώρα δεν μπορεί να περιγραφεί, ούτε να αποτυπωθεί με μερικές λέξεις πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού.

Πράγματι ακολουθώντας τις συμβου­λές του δεν άφησα τη γυναίκα μου να γί­νει πειραματόζωο και το Νοέμβριο μήνα γεννήθηκε ένα υγιές παιδί.


Πηγή: Γεώργιου Καμπούρη (ΠΒ), Ο Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από αδιέξοδο, Περιοδικό «Ερώ», Έκδοση Κέντρου Ενότητος και Μελέτης-Προβολής των Αξιών μας «Ενωμένη Ρωμιοσύνη» ( www.enromiosini.gr ), Τεύχος 1ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Περι Ευχής ο λόγος - Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Στο πιο κάτω βίντεο ομιλεί ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιότης για την Ευχή.

Για ποιο λόγο λέμε την ευχή

π. Χρ.: Γέροντα, προσπαθούμε, υψηλά νοήματα να τα απλουστεύσομε. Εδώ, αυτά που έχετε γράψει, για να τα βιώσουν οι γέροντες και εσείς κατ’ επέκτασιν χρειάστηκε κόπος και πόνος πολύς. Για πέστε μου, για πιο λόγο λέμε την ευχή; Βλέπετε, επαναλαμβάνω τα ερωτήματα, για να μπορέσουμε να δώσουμε κατά τον απλούστερο και τον καλύτερο και τον πνευματικότερο τρόπο, όλες αυτές τις έννοιες περί της ευχής.

π. Στ.: Για να απομακρύνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από κοντά μας την δαιμονική επίδραση, την επίδραση του διαβόλου. Τον βομβαρδισμό δηλαδή που δεχόμενα, από τους κακούς λογισμούς, τους αισχρούς, τους πονηρούς και τους βλασφήμους. Όλοι αυτοί οι λογισμοί οι οποίοι αποτελούν και την πρώτη αιτία για την πράξη της κακίας, γιατί πρώτα έρχεται ο λογισμός, μας παλεύει, προσπαθεί να μας ελκύσει, να κερδίσει την συγκατάθεση μας, και κατόπιν να την κάνει πράξη. Λοιπόν, για να καεί ο δαίμονας στην προσβολή του, λέμε την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Ή περιφρονούμε τον λογισμό, τον οποιοδήποτε λογισμό, εννοώ πάντοτε τον κακό λογισμό, τον αισχρό, τον πονηρό και τον βλάσφημο, ή τον περιφρονούμε, και παράλληλα λέμε την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Για να καεί ο δαίμονας. Μάστιζε λοιπόν πολεμίους.

Απομαγνητοφώνηση από την συνέντευξη που έδωσε ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος εις τον π. Χρύσανθο Στελλάτο στις 10/7/2007, τα πλαίσια της εκπομπής «Λυχνοστάτης», του εκκλησιαστικού τηλεοπτικού σταθμού «ΛΥΧΝΟΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών.

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Περι Προσευχής

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το Μητροπολίτη Λεμεσού κ.κ. Αθανάσιο να μιλάει για την προσευχή.

Η Ομιλία είναι από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Λεμεσού.

Η Τέχνη της Προσευχής

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το Μητροπολίτη Λεμεσού κ.κ. Αθανάσιο να μιλάει για την τέχνη της προσευχής.

Η Ομιλία είναι από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Λεμεσού.

Το κλειδί της επιτυχίας του γάμου

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το Μητροπολίτη Λεμεσού κ.κ. Αθανάσιο να μιλάει για το κλειδί της επιτυχίας του γάμου

Η Ομιλία είναι από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Λεμεσού.

Η Αιώνια Διάσταση της Βασιλείας του Θεού

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το Μητροπολίτη Λεμεσού κ.κ. Αθανάσιο να μιλάει για την Αιώνια Διάσταση της Βασιλείας του Θεού.

Η Ομιλία είναι από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Λεμεσού.

Ομιλία για τον Άγιο Λουκά της Κριμαίας τον Γιατρό

Πατήστε εδώ για να ακούσετε το π. Νήφων Βατοπαιδινό να μιλάει για τον Άγιο Λουκά της Κριμαίας τον Γιατρό.

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Βίος του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου

Βίος του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου


μοναχού Βατοπαιδινού


Ο μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ζούσε στους χρόνους του βασιλέως Λικινίου, γύρω στα 320 μ.Χ. και καταγόταν από την πόλη Ευχάϊτα της Γαλατίας.

Η ομορφιά του σώματός του, η σύνεσή του και η ρητορική του δεινότητα τον έκαναν την εποχή εκείνη πασίγνωστο στους κύκλους των ισχυρών. Αυτή ήταν η αιτία που γνωρίστηκε και με αυτόν τον βασιλέα Λικίνιο, ο οποίος έκπληκτος από την εξαίρετη προσωπικότητά του, τον τίμησε με το αξίωμα του αρχιστράτηγου και ταυτόχρονα του έδωσε την διοίκηση της πόλεως Ηράκλειας που βρισκόταν στον Εύξεινο Πόντο.

Δεν γνώριζε βέβαια ο ίδιος ότι η ομορφιά της προσωπικότητας του Θεοδώρου εστιαζόταν κυρίως στην αρετή και σύνεσή του, που είχαν προκαλέσει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί του. Δεν γνώριζε επίσης ότι ο Θεόδωρος ήταν Χριστιανός.

Πόσο επέδρασε η προσωπικότητά του μέσα από το μεγάλο αξίωμα που είχε φάνηκε στην συνέχεια, διότι μιλώντας με παρρησία για τον Χριστό στην πόλη που διοικούσε, έπεισε σχεδόν τους πάντες να γίνουν Χριστιανοί.

Αυτά μέν συνέβαιναν στην Ηράκλεια. Ο δε Λικίνιος διαμένοντας προσωρινά στην Νικομήδεια, άκουσε για την δράση του Θεοδώρου και λυπήθηκε πολύ. Προσποιήθηκε όμως άγνοια και έγραψε στον Θεόδωρο περίπου τα εξής: «Λικίνιος ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, στον στρατηλάτη Θεόδωρο, Χαίρε! Επειδή από την δύναμη και το θέλημα των μεγάλων θεών έχουμε την τιμή και την βασιλεία, είναι φυσικό και χρειάζεται να προσπαθούμε να κάνουμε το θέλημά τους και ό,τι είναι αρεστό σ αυτούς, προκειμένου να ευτυχούμε και μακροημερεύουμε. Πρέπει λοιπόν πρώτα εμείς να τους τιμούμε, οι οποίοι έχουμε τιμηθεί απ αυτούς και έχουμε την βασιλεία και τις διοικητικές θέσεις, έπειτα δε να τους τιμά και όλος ο λαός. Η προσκύνηση και η λατρεία των θεών είναι επιβεβλημένη.

» Την φιλική αυτή επιστολή σου την στέλλω για δύο λόγους. Αφ ενός μέν για να ετοιμάσουμε διαταγές που θα απευθύνονται σ όλη την χώρα ώστε όλοι να προσκυνούν και λατρεύουν τους θεούς μας και αφ ετέρου για να θυσιάσουμε πρώτοι εμείς στους θεούς μας, δίνοντας έτσι το παράδειγμα ώστε ο λαός βλέποντας την αγάπη μας προς αυτούς, να αυξάνουν τον πόθο τους. Υγίαινε!».

Επιφανής αποστολή με βασιλικούς απεσταλμένους, έφθασε στον Θεόδωρο και επέδωσαν την επιστολή. Αυτός δε τους τίμησε, τους φιλοξένησε και τους χάρισε πολλά δώρα. Όταν κατά τον προσδιορισμένο χρόνο έπρεπε να μεταβεί στον βασιλέα, του έστειλε επιστολή στην οποία έγραφε περίπου τα εξής:

«Θεόδωρος ο στρατηλάτης προς τον βασιλέα Λικίνιο, Χαίρε! Την εντιμότατη επιστολή σου έλαβα και προσκύνησα. Μου γράφεις βέβαια, υψηλότατε, να έλθω εκεί, αλλά δεν είναι τούτο εύκολο σε μένα προς το παρόν, διότι μεγάλη αναταραχή υπάρχει εδώ από τους Χριστιανούς, οι οποίοι άφησαν την πατροπαράδοτη πίστη και προσκυνούν τον Χριστό και έτσι κινδυνεύει όλη η Ηράκλεια να επαναστατήσει εναντίον σου. Γι αυτό σε παρακαλώ δώσε εντολή να μεταφερθούν εδώ τα αγάλματα των μεγαλύτερων θεών για να ειρηνεύσεις τον κόσμο και ταυτόχρονα να προσφέρουμε από κοινού θυσία μπροστά στον λαό για να μας μιμηθούν. Υγίαινε!».

Μεγάλη χαρά προξένησε στον βασιλέα αυτή η επιστολή, αφού όπως νόμιζε επιβεβαιώθηκε ότι ο Θεόδωρος δεν ήταν Χριστιανός. Εξάλλου του ήταν και πολύ χρήσιμος.

Ο Θεόδωρος, όμως, ήθελε να μαρτυρήσει εκεί στην πατρίδα του και έτσι να ενισχυθούν οι πιστοί από την δική του παρρησία στην πίστη.

Οκτώ χιλιάδες άνδρες, πλήθος αγαλμάτων των μεγαλύτερων θεών και αυτός ο ίδιος ο Λικίνιος πορεύονταν στην πορεία από την Νικομήδεια στην Ηράκλεια.

Αγωνία και προσευχή! Ο Θεόδωρος στο δωμάτιό του, ικετεύει τον Κύριο να τον ενισχύσει στις δύσκολες στιγμές που έφθαναν. Ξαφνικά σαν να άνοιξε η σκέπη του δωματίου του και είδε φλόγα μεγάλη να συνδέει τον ουρανό και το σπίτι που έμενε. Φωνή από ψηλά του έλεγε «Έχε θάρρος, Θεόδωρε, διότι είμαι μαζί σου». Δάκρυα στα μάτια του Θεόδωρου και ιλαρή χαρά με παρουσία Αγίου Πνεύματος στην καρδιά μαρτυρούσαν για το επικείμενο μαρτύριο. Γονάτισε και είπε «Κύριε, Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού του Ζώντος, Σύ που κατέβηκες από τους ουρανούς στην γή για να μας δείξεις τον δρόμο και τον τρόπο, πώς να ανεβούμε εμείς από την γή στον ουρανό. Σύ που έγινες ομοιοπαθής με μας άνθρωπος για να σώσεις τον άνθρωπο, Σύ, που υπέμεινες Σταυρό και θάνατο για να δείξης σε μας πώς να υπομένουμε θάνατο για την δική Σου αγάπη, ενδυνάμωσέ με, ενίσχυσέ με, για να δώσω την μαρτυρία μου για το όνομά Σου». Το φως της Μεταμορφώσεως του Κυρίου τον γέμισε ειρήνη, το πρόσωπό του ήταν χαριέστατο, ντύθηκε και ευτρεπίστηκε με την λαμπρότερη στολή του. Θα έδινε την μάχη κατά των αόρατων και ορατών εχθρών, ώστε να φθάσει νικητής στον ουρανό.

Συνάντησε έφιππος και με τιμητική συνοδεία τον βασιλέα και απηύθηνε τον δέοντα χαιρετισμό. Συνομιλώντας έφθασαν στην πόλη. Κάθησε σε θρόνο ψηλό ο βασιλιάς και άρχισε να επαινεί τους παρισταμένους και τον Θεόδωρο, που αξιώθηκε να είναι διοικητής τέτοιας πόλεως η οποία έδειχνε μεγάλο σεβασμό προς τους θεούς.

Παρώτρυνε τον Θεόδωρο να ξεκινήσουν οι θυσίες, εκείνος, όμως, τον παρακάλεσε να του δώσει για δύο νύχτες τα αγάλματα των θεών για να θυσιάση δήθεν μόνος του και στην συνέχεια να γίνουν με προετοιμασίες δημόσιες θυσίες. Χάρηκε ο βασιλιάς για την ευλάβεια του Θεόδωρου προς τους θεούς και του έδωσε τα αγάλματα. Εκείνος, όμως, τα πήρε στο σπίτι του, τα σύντριψε σε μικρά κομματάκια και καθώς ήταν από χρυσό και ασήμι και άλλους πολύτιμους λίθους, τα χάρισε στους πτωχούς.

Πέρασαν οι δύο μέρες και ο βασιλιάς στάθηκε και πάλι στον θρόνο του. Ο Θεόδωρος κάθησε δίπλα του. Προσφώνησε τον Θεόδωρο ο βασιλιάς και τον παρώτρυνε ξανά να θυσιάση.

Όμως, εκείνη την στιγμή, κάποιος εκατόνταρχος στο όνομα Μαξέντιος στάθηκε μπροστά και είπε προς τον βασιλέα, «Σήμερα απατήθηκε η βασιλεία σου από αυτόν τον αναιδέστατο Θεόδωρο, γιατί είδα εγώ, την χρυσή κεφαλή της θεάς Αρτεμης στα χέρια ενός φτωχού. Τον ρώτησα πού την βρήκε και μου είπε ότι του την χάρισε ο Θεόδωρος».

Έμεινε άφωνος ο βασιλιάς και με έκπληξη και ταραχή κοίταξε τον Θεόδωρο, που του είπε, «Με την δύναμη του Χριστού μου καλώς έπραξα, βασιλιά. Αλήθεια λέει ο εκατόνταρχος, σύντριψα τους θεούς σου και δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν τον εαυτό τους και πώς θα βοηθήσουν εμάς;». Για πολλή ώρα ο βασιλιάς ήταν βουτηγμένος στην λύπη. Έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του και έμεινε σαν εκστατικός. Μετά είπε, «Θεόδωρε, αυτές είναι οι τιμές προς τους θεούς; Αυτό μου ανταποδίδεις για τις τόσες τιμές που σου έκανα; Πραγματικά είσαι πονηρότατος, πανούργος και ασεβέστατος, αλλά ορκίζομαι στους θεούς πως δεν θα είναι καθόλου για καλό σου αυτή η διαδικασία». Και ο Θεόδωρος είπε, «Θολώνεις, βασιλιά και μιλάς σαν ανόητος. Βλέπεις και μόνος σου την δύναμη των θεών σου, ούτε οργίστηκαν, ούτε με έκαψαν, αλλά συντρίφθηκαν σαν χρυσός και ασήμι που είναι. Μάθε, λοιπόν, ότι τον Χριστό μου λατρεύω, που ζεί στους αιώνες».

Αλλοιώθηκε το πρόσωπο του βασιλιά από την κακία κι έδωσε προσταγές να δείρουν τον Θεόδωρο με ωμά νεύρα βοδιού στην πλάτη, στην κοιλιά, στον λαιμό, να τον κτυπούν με μολύβδινες σφαίρες, να τον δέσουν και να τον καίνε με λαμπάδες.

Μετά διέταξε να τρίβουν τις πληγές του και τις καμένες σάρκες του με τούβλα και κρεμμύδια και ύστερα να τον ρίξουν στην φυλακή, να ασφαλίσουν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο και να τον αφήσουν νηστικό επτά μέρες.

Αληθινά, πήλινος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να αντέξει όλα αυτά τα δεινά, αλλά στην καρδιά του Θεοδώρου το Πνεύμα του Θεού ενεργούσε και η αγάπη και ο θείος προς τον Χριστό έρωτας στα βάσανά του μεγάλωνε. Έκανε υπομονή και τις επτά μέρες και το μόνο που έλεγε ήταν «Δόξα Σοι, ο Θεός μου».

Όταν πέρασαν οι επτά μέρες, έδωσε εντολή ο βασιλιάς να φέρουν μπροστά του τον Θεόδωρο. Και βλέποντάς τον τραυματισμένο, νόμισε πως είναι ώρα να κάμψει την δύναμη της πίστεως του αθλητή με κολακείες και υποκριτική αγάπη. Του είπε λοιπόν, «Πολλές καταστάσεις συμβαίνουν στους ανθρώπους, τις οποίες εμείς δεν μπορούμε να εννοήσουμε, σαν κι αυτή που συνέβηκε σε σένα, φίλε μου Θεόδωρε. Από ποιά σκέψη και γιατί αρνήθηκες τους θεούς κι ασέβησες με τέτοιο τρόπο σ’ αυτούς, αλλά και το πώς υπέμεινες τόσα βάσανα, δεν μπορώ να το εννοήσω. Θέλω, όμως. έστω και τώρα να μετανοήσεις, να θυσιάσεις στους μεγάλους θεούς κι αυτοί επειδή είναι ελεήμονες θα σε συγχωρήσουν. Αλλά κι εγώ θα σε γεμίσω με δώρα και τιμές». Ο Θεόδωρος του είπε, «Δεν είναι δυνατόν σε μένα να αρνηθώ το όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού, ούτε κι αν ακόμα μου χαρίσεις τα πάντα, ούτε αν με κατακόψεις λεπτά τεμάχια. Μάθε ότι ζώ μόνο για τον Χριστό μου και καμία τιμωρία δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του, κι αν θέλεις δοκίμασε». Ο βασιλιάς είδε το αμετάθετο της γνώμης και ο θυμός του τον έκανε αλλόφρονα. Έδωσε εντολή να στήσουν Σταυρό έξω από την πόλη και να σταυρώσουν τον Θεόδωρο.

Η απανθρωπιά του στρατιώτη ξεπέρασε την εντολή του βασιλιά. Τον καρ-φώνουν στο ξύλο του σταυρού και σαν θηρία πέρασαν σιδερένια περόνη στα παι-δογόνα μόρια του Θεοδώρου, που έφθασε μέχρι τα σπλάχνα του. Αλλά και παιδιά από τριγύρω έριχναν βέλη στο πρόσωπό του για να καταστρέψουν τα μάτια του.

Υπέμενε γενναία ο Θεόδωρος, αλλ’ όμως στο βάθος της ψυχής του προσευχόταν, «Κύριε, Κύριε, προείπες σε μένα ότι θα είσαι μαζί μου, γιατί με εγκατέλειψες; Να τώρα είναι καιρός βοηθείας. Για σένα παρέδωσα το σώμα μου σε βάσανα και τιμωρίες. Ενδυνάμωσέ με ώστε καθόλου να μην υποχωρήσω και παράλαβε την ψυχή μου, διότι δεν αντέχω άλλο».

Ο τύραννος Λικίνιος νόμισε ότι ο άγιος θα είχε ήδη παραδώσει την ψυχή του. Όμως απατήθηκε, διότι το βράδυ, χαριέστατος νέος εμφανίστηκε με ξένη φωτεινή θέα, τον κατέβασε από τον σταυρό, τον θεράπευσε τελείως, τον ασπάστηκε και του είπε, «Χαίρε, Θεόδωρε, του Χριστού μου στρατιώτα. Έχε θάρρος και δύναμη στο όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού. Γιατί είπες ότι σε εγκατέλειψε ο Θεός; Ο Θεός είναι μαζί σου. Τελείωσε τον δρόμο του μαρτυρίου σου γιατί σε περιμένουν ολόλαμπρα στεφάνια». Ο μέν άγγελος όπως εμφανίστηκε ανερμήνευτα, έτσι και έφυγε. Ο Θεόδωρος, όμως, γεμάτος από ευφροσύνη ευλογούσε τον Θεό λέγοντας ψαλμούς και ύμνους και με ευχαριστίες προς τον Κύριο πέρασε την υπόλοιπη νύκτα.

Τα ξημερώματα ο Λικίνιος έστειλε δύο υπηρέτες του, τον Αντίοχο και τον Πατρίκιο να πάρουν το σώμα του αγίου και να το ρίξουν στην θάλασσα, για να μην το πάρουν οι χριστιανοί και το τιμήσουν.

Βλέποντας, όμως εκείνοι τον σταυρό χωρίς το σώμα του Θεόδωρου, σκέφτονταν και συζητούσαν μεταξύ τους πως οι χριστιανοί πιστεύουν στην Ανάσταση των νεκρών και μήπως συνέβη κάτι παρόμοιο στον Θεόδωρο. Όταν όμως πλησίασαν τον είδαν τελείως υγιή και εξεπλάγησαν, «Ακατανόητα μεγάλος είναι ο Θεός σου Θεόδωρε. Και μείς Χριστιανοί είμαστε». Ταυτόχρονα πίστεψαν κι άλλοι ογδόντα πέντε άνθρωποι που είχαν συρρεύσει εκεί για να δούν τον διοικητή τους, αλλά και τριακόσιοι στρατιώτες του Λικινίου που έφθασαν εκεί για να δούν το θαυμαστό γεγονός. Ένας, όμως, στρατιώτης έφυγε από εκεί και έτρεξε να γνωρίσει στον Λικίνιο όσα συνέβηκαν, και ότι όλη η Ηράκλεια κινδυνεύει να πιστέψει στον Χριστό.

Τότε, άλλοι στρατιώτες αποστέλλονται από τον Λικίνιο με διαταγή να αποκεφαλίσουν τον Θεόδωρο, διότι όλη η πόλη έμαθε τα γεγονότα και συνέρρεαν από παντού κοντά στον Θεόδωρο. Κινδύνευε δε να γίνει στάση κατά του αυτοκράτορα.

Πράγματι, οι Χριστιανοί άρχισαν να αντιστέκονται και οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να εκτελέσουν την διαταγή του αποκεφαλισμού έως ότου ο ίδιος ο Θεόδωρος έπεισε με λόγους πίστεως τους Χριστιανούς ότι το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν ήταν να φύγει σαν μάρτυρας από την ζωή αυτή και να πάει κοντά στον αγαπημένο του Χριστό.

Έδωσε λοιπόν εντολή σ’ έναν πιστό δούλο του να γράψη το μαρτύριό του και μετά τον θάνατό του να πάρει το σώμα του και να το θάψει στα Ευχάϊτα, την πατρίδα του.

Οι χριστιανοί υποχώρησαν και οι στρατιώτες αποκεφάλισαν τον Θεόδωρο. Το σώμα του, σύμφωνα με την επιθυμία του το μετέφεραν οι Χριστιανοί στα Ευχάϊτα, όπου και το έθαψαν δίπλα στο πατρικό του σπίτι.

Πολλές θεραπείες ασθενών και άλλα εξαίσια θαύματα γίνονται μέχρι σήμερα από τον άγιο μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Φεβρουαρίου ενώ η ανακομιδή των αγίων του λειψάνων στις 8 Ιουνίου