Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Περιοδικό "Ο ΤΗΡΩΝ" Μηνός Μαρτίου 2010

Πιο κάτω είναι το περιοδικό του Μηνός Μαρτίου 2010. Πατήστε πάνω στη σελίδα που θέλετε να διαβάσετε για να μπορείτε να την δείτε καλύτερα.








Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Εγεννήθη εις την Αίγυπτον το 345[B1], πολύ δε ενωρίς ήνθησε και ηκτινοβόλησε θαυμασία η φυσική της ωραιότης. Αλλ’ η ανατροφή της δεν υπήρξεν ικανή να διορθώση και χαλιναγωγήση την εκτάκτως θερμήν και φλογεράν κράσιν της.

Ματαίως οι γονείς της την συνεβούλευσαν, και ανωφελώς οι ιερείς την ενουθέτησαν. Ήκουεν αλλά δια να παρακούη.

Κατά τους βιογράφους της, από δωδεκαετούς ηλικίας, την είχε κατακυριευμένην η μανία της ηδονής. Αδιάφορος προς τους καλλωπισμούς, μη δίδουσα καμμίαν προσοχήν εις την χρηματολογίαν και τας λοιπάς επιδείξεις, εις τας οποίας αρέσκονται αι πολυθέλγητροι και πειζήτητοι εκ του διεφθαρμένου πλουσιοκόσμου εταίραι, αυτή ήθελε μόνον να ευχαριστή τα καίοντα σαρκικά πάθη της. Δια τούτο δε, αντί να την θηρεύουν, εθήρευεν.

Επί 17 ολόκληρα έτη διέρρευσε τοιουτοτρόπως η ζωή της, χωρίς φόβον Θεού, χωρίς εντροπήν ανθρώπων. Αλλ’ η θεία πρόνοια και στοργή δεν απεσύρθη απ’αυτήν.
Παρ’ όλον το μέγεθος της ενοχής της υπήρχε κάποια δι’ αυτήν ελαφρυντικότης αυτή αύτη ακριβώς η υπερβολή της σαρκικής μανίας της, η οποία εφαίνετο ότι την παρέσυρεν ασυνειδήτως και την έσπρωχνεν ακατασχέτως προς την αμαρτίαν. Εις τρόπον ώστε απέβαινε μάλλον όχι εργάτις της αναισχυντίας της τόσης, αλλά θύμα αυτής και έρμαιον του βδελυρού εκείνου και εξευτελιστικού πάθους, το οποίον την κατετυράννει ως μυστηριώδης και ακαταμάχητος νόσος του φυσικού και ηθικού οργανισμού της.
Ποίος ήθελε την απαλλάξει ;
Περί το έτος 375, τριακοντούτις πλέον περίπου, αλλά με ακμαίαν ακόμη την καλλονήν και ακεραίους τους αμαρτωλούς της οίστρους, απεφάσισε να μεταβή εις Ιεροσόλυμα κατά Σεπτέμβριον μήνα, ότε εορτάζεται η ύψωσις του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού.
Τι έκαμε την Αιγυπτίαν να παρακολουθήση τους δι’εκεί προσκυνητάς ;
Κατά τινα των βιογράφων της, περιπατούσα προς την θάλασσαν, όπου ειλκύοντο οι ζητούντες αναψυχήν κατά την θερμήν εκείνην-εν Αιγύπτω μάλιστα- εποχήν, είδε πολύν όχλον Λιβύων και Αιγυπτίων, οι οποίοι εσπευδαν προς την παραλίαν. Ηρώτησε λοιπόν εκ περιεργείας και της είπαν ότι τα σμήνη εκείνα ητοιμάζοντο δια τα Ιεροσόλυμα, όπου μετ’ ολίγας ημέρας θα εωρτάζετο η ύψωσις του τιμίου Σταυρού. Η π
ληροφορία αυτή ήρκεσε να διεγείρη εις την ψυχήν της Μαρίας τον πόθον του να συνακολουθήση.
Ωφείλετο τούτο
εις φωνήν ευσεβείας, η οποία ανεδόθη από τα σύσκια βάθη της ψυχής της εν στιγμή σαρκικού κόρου και εκκρούσεως πνευματικού τινος σπινυήρος ; Ή προήρχετο από την πλάνητα ακαταστασίαν της διεφθαρμένης γυναικός, η οποία επόθησεν απλώς να ίδη νέους τόπους και να συνάψη νέας γνωριμίας ;
Οι βιογράφοι της αποκλίνουν μάλλον προς την δευτέραν γνώμην[B2]. Αλλ’ εγώ νομίζω ότι εις την καρδίαν της εταίρας εκείνης είχεν ήδη αρχίσει μυστηριωδώς η σωτήριος μεταβολή. Διότι μάταια οι φιλόσαρκοι ζητούν να σβύσουν τους φλογερούς της ψυχής πόθους εις την απόλαυσιν ισχυρών, αλλά ματαίων και ευτελών ηδονών. Και τότε, εάν η ψυχή δεν εσάπισε αρχίζει να ακούη και τας εξ ουρανού φωνάς, που πρίν έσβυναν μέσα εις τας αενάους και θορυβώδεις ανακινήσεις του σαρκικού βορβόρου.

Η Μαρία η Αιγυπτία εισήρχετο ήδη εις τοιαύτην περίοδον. Ήτο το παγιδευμένον πτηνόν, το οποίον ήρχιζε ν’ανακινή προς την απαλλαγήν τας πτέρυγάς του, η ψυχή η όζουσα, εντός της οποίας ανέτελλεν ο πόθος νέας ζωής, καθαράς και ευώδους. Εντός των οδών και των καταγωγίων της Αλεξανδρείας είχε λησμονήσει και Ιεροσόλυμα και Σταυρόν και τον Λυτρωτήν, τον χύσαντα το αίμα του υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων. Τι είχεν όμως κερδήσει. ; Η υπερβολή της αμαρτίας της την είχε περιβάλει και με υπερβολήν αίσχους.
Τον εξευτελισμόν αυτόν τον αντελαμβάνετο ήδη. Η ηθική όρασις, με την οποίαν ο Δημιουργός οπλίζει τας ψυχάς, δεν είχεν υποστή τελείαν την καταστροφήν εντός της. Βαρύς καταρράκτης, πρωίμως π
αγιωθείς, την έκαμε τυφλήν. Αλλά τώρα η νόσος ήρχισε να διαλύεται, και η Αιγυπτία αθυμούσε, βλέπουσα, έστω και παροδικώς και αμυδρώς προς το παρόν, τη αθλίαν ποιότητά της.
Αυτή ήτο η ψυχολογική της κατάστασις, όταν, παρά την θάλασσαν της Αλεξανδρείας, είδε τους δια τα Ιεροσόλυμα προσκυνητάς και ήκουσεν ότι όλοι εκείνοι οι συρρέοντες δι’
απόπλουν άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, εκινούντο από τον πόθον του να παρασταθούν εις την πανήγυριν της υψώσεως του τιμίου Σταυρού. Η Αιγυπτία, εις το άκουσμα τούτο, ανεμνήσθη. Ανεμνήσθη την πολύ μικράν ηλικίαν της, όταν εζούσε πλησίον των γονέων της εις την κωμόπολίν των την ήσυχον, την οποίαν προ τόσου καιρού είχεν αυτή εγκαταλείψει. Τότε, παιδίσκη ακόμη αδίαφθορος, επήγαινεν εις την εκκλησίαν και είχεν ακούσει περί της ευρέσεως του τιμίου Σταυρού, χάριν του οποίου μία ένδοξος μητέρα του κραταιοτέρου αυτοκράτορος, έκαμε το ταξείδιον εις Ιεροσόλυμα, εθεώρησε δε την ανακάλυψίν του ως το ευτυχέστερον της ζωής της γεγονός. Η ανάμνησις εκείνη, ασθενώς εις την ψυχήν της επανακάμψασα, επέμενεν ουχ ήττον. Και η ευσπλαγχνία του Θεού παρενέβη αμέσως. Η Αιγυπτία, υπό μυστικήν ώθησιν, απεφάσισε την εις Ιεροσόλυμα μετάβασιν, χωρίς και αυτή να γνωρίζη ποίαν επιρροήν έμελλε να εξασκήση τούτο δια παντός εις την ζωήν της την έπειτα.
Εισελθούσα εις εν από τα πλοία, τα έτοιμα δια το ιερόν εκείνο ταξίδιον, άφηνε μετ’ ολίγον την πόλιν της Αλεξανδρείας, μάρτυρα του ελεεινού της β
ίου, της εσχάτης καταπτώσεως και καταισχύνης της. Και ευτυχώς δεν έμελλε να την επανιδή πλέον ποτέ.
Φθάσασα εις Ιεροσόλυμα, δεν είχε αποθέσει ακόμη τον παλαιόν άνθρωπον, τα ένστικτα της σαρκικότητος διετήρουν ακόμη το κράτος των επί της ψυχής και των πράξεών της. Η πάλη όμως είχεν εισδύσει εντός της. Εάν η αμαρτία την παρέσυρεν, αλλά δεν την έτερπε πλέον και δεν την ηυχαρίστει ως πριν. Ωλίσθαινε, παρεσύρετο, κατέπιπτεν, αλλά και υπέφερεν. Εν αυτή ετελείτο ο ηθικοσαρκικός εκείνος αγών, ο οποίος διαδραματίζεται εντός του ταλαιπώρου ανθρώπου, του μη γνωρίσαντος ακόμη τον Λυτρωτήν Ιησούν, και το οποίον τόσον δυνατά εχρωμάτισεν ο απόστολος Παύλος. Η Αιγυπτία έκαμνε το κακόν, και όμως ετύπτετο απ’ αυτό. Ενώ δε πάλιν την ετυράνει, η δύναμις της παλαιάς συνηθείας και της μακράς εξοικειώσεως την έρριπτεν εις τα ολεθρίας και μιαράς αγκάλας του.
Εν τοιαύτη καταστάσει της αξιοθρηνήτο
υ γυναικός ανέτειλεν η ημέρα της 13ης Σεπτεμβρίου. Από βαθέως όρθρου των προσκυνητών τα πλήθη συνέρρεον εις την εκκλησίαν. Μαρία η Αιγυπτία, ασυνείθιστος εις εκκλησιαστικάς συνάξεις, έφθασεν αργότερα και ηναγκάσθη δια τούτο να μείνη εις τα προαύλια του ναού. Ότε όμως ήλθεν η ώρα της υψώσεως, οι έξω ιστάμενοι με σφοδράς και ακατασχέτους ωθήσεις εισώρμων εις τα εντός. Αλλά, πράγμα παράδοξον! Η Αιγυπτία αμαρτωλή έως μεν την θύραν εφέρετο μαζί με τους άλλους, πέραν όμως αυτής εστάθη αδύνατον να προχωρήση. Παρ’ όλην την ορμήν των κατόπιν ερχομένων, παρ’ όλας τας ιδικάς της προσπαθείας, έμενεν εκεί κρατουμένη από μυστηριώδη δύναμιν, η οποία δεν την άφηνε να εισέλθη. Ως να ήτο στήλη άσειστος και αμετακίνητος, τα κύματα του πλήθους ηδυνάτουν να την ωθήσουν προς τα πρόσω, αυτή δε η ιδία, μετά επανειλημμένας ματαίας αποπείρας, είδεν ότι μυστική αλλά εμφανής εκ της ενεργείας της χειρ, ανωτέρα των ανθρωπίνων δυνάμεων, την συνεκράτει και την παρημπόδιζεν από την είσοδον.
Δια να βεβαιωθή καλώς έκαμε και στροφήν εις τα οπίσω. Η ελευθερία των κινήσεων της ήτο πλήρης. Από τον ναόν ηδύνατο να εξέλθη και μόνον το να εισέλθη της ήτο απηγορευμένον.
Έμεινε λοιπόν εις την θύραν, και από την θέσιν εκείνην είδε μετ’ ολίγων να υψώνεται το τίμιον ξύλον, επί του οποίου είχε τελεσθή το μαρτύριον και η θυσία του Ιησού. Εις την θέσιν του η ψυχή της εσείσθη. Όλη των ιερωμένων και του λαού η συγκίνησης ως να διεχύθη και κατεπότισε και κατεπλημμύρισε την δυστυχή καρδίαν της, την ασυνείθιστον εις τοιαύτα άγια ρεύματα. Κα
ι ενώ εξηκολούθει να βλέπει τον ανυψωμένον σταυρόν, κάτωθι του οποίου επί του Γολγοθά εμπεπηγμένου είχον ακουσθή οι σπαρακτικοί στόνοι της Παρθένου, καυστική αλλά και σωτηρία κατάνυξις κατεκέντα την Αιγυπτίαν αμαρτωλήν και μεταστροφή ηθική ετελείτο εις τα εσώτατα της ψυχής της.
Ειςτοιαύτην ηθικήν μεταβολήν άφησε την θύραν και απεσύρθη εις μίαν γωνίαν της αυτλής του ναού. Εκεί χείμαρρος δακρύων εξέρρευσεν ελευθέρως από τους οφθαλμούς της, κλαυθμοί αντήχησαν και στεναγμοί διάπυροι από τα βάθη της καρδίας της ανεδόθησαν. Και αποταθείσα προς την Παναγίαν Θεοτόκον, της οποίας η εικών ήτο τοποθετημένη υπεράνω του τόπου, εις τον οποίον ίστατο : «Παρθένε Δέσποινα, είπε, Συ η οποία εγγένησες τον ενανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον, ειξεύρω ότι δεν είναι ευπρεπές ουδέ δίκαιον, ώστε εγώ, η τόσον ρυπαρά,
η τόσον πανάσωτος, να ατενίζω την εικόνα Σου της αειπαρθένου, Σου της αγνής, Σου της με σώμα και ψυχήν καθαράν και αμόλυντον. Καλώς ειξεύρω ότι δίκαιον είναι η ακάθαρτος εγώ να είμαι μισητή και βδελυκτή ενώπιον της ιδικής Σου καθαρότητος. Πλην, επειδή, καθώς ήκουσα, δια τούτο έχει γίνει άνθρωπος ο Θεός, τον οποίον ε΄γεννησες, δια να καλέση τους αμαρτωλούςεις μετάνοιαν, βοήθησόν εμέ την ταλαίπωρον, η οποία, μόνη και έρημος εις τον κόσμον τούτον από κάθε αληθινήν συμπάθειαν, δεν έχω κανένα να με συντρέξη. Κάμε ώστε να συγχωρηθή και εις εμέ η εις την εκκλησίαν είσοδος. Μη με στερήσης εις το να προσκυνήσω μετά των άλλων χριστιανών το τίμιον αυτό ξύλον, επί του οποίου κατά σάρκα καθηλώθεις ο Θεός, τον οποίον εγέννησες, το ίδιον του αίμα έδωκεν υπέρ εμού εις λύτρωσιν από των αμαρτιών μου. Κάμε, ω Δέσποινα, ώστε να ανοιγή και εις εμέ η θύρα της θείας του Σταυρού προσκυνήσεως, και εις τον εκ Σου γεννηθέντα δίδω Σε εγγυητήν αξιόχρεων, ότιδεν θα ατιμάσω πλέον το σώμα μου τούτο δι’ οιανδήποτε αισχρότητος αλλ’ εάν αξιωθώ να προσκυνήσω τον Σταυρόν του Υιού Σου, αποτάσσομαι ευθύς από τον κόσμον και από όλα τα εν τω κόσμω, και αμέσως είμαι έτοιμος να υπάγω όπου Συ ως εγγυήτρια της σωτηρίας μου θα μου υποδείξης και με καθοδηγήσης».
Τους λόγους τούτους η Μαρία η Αιγυπτία είχεν είπη με τόσην θερμότητα πίστεως, ώστε μυστική και οιονεί επίσημος τις πληροφορία εξήγγειλεν εις αυτήν, ότι η εγκάρδιος της δέησης εισηκούσθη και ότι η θύρα του ναού δεν είχε πλεόν δι’ αυτήν δεσμούς και εμπόδια. Και πράγματι. Σπεύσασα ανεμίχθη και πάλιν με τα πλήθη των συνωθουμένων δια να εισέλθουν και την φοράν αυτήν ο πόθος της εξεπληρώθη. Εισήλθεν εις τον ναόν? κλονουμένη όμως απότην σφοδράν συγκίνησιν και φρίσσουσα εν τη συναισθήσει της ενοχής της και του ανεξαντλή
του πελάγους της ευσπλαγχνίας. Αφού δε επροσκύνησε τον Τίμιον Σταυρόν με κατάνυξιν ανέκφραστον, εξήλθεν από τον ναόν και μεταβάσα προς την εικόνα της Θεομ΄τορος, αυτήν εκείνην, ενώπιον της οποίας προ ολίγου απηύθεινε την εισακουσθείσαν δέησιν, εγονάτισε και είπε : «Συ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, ευηρεστήθης να επιδείξης και δι’ εμέ όλην σου την φιλανθρωπίαν. Συ δεν εβδελύχθης εμού της αναξίας την δέησιν, χάρις εις την μεσιτείαν Σου είδα δόξαν, από την οποίαν δίκαια αποκλειόμεθα οι της ασώτου ζωής. Δόξα εις τον Θεόν, όστις,με τας ιδικάς σου φιλοστόργους πρεσβείας, δέχεται των αμαρτωλών την ματάνοιαν. Διότι εγώ, η υποδουλωθείσα εις την αμαρτίαν, τι ηδυνάμην να διανοηθώ μόνη και να είπω υπέρ της σωτηρίας μου ; Καιρός λοιπόν είναι, Δέσποινα, να εκτελέσω ό,τι υπέρ εμού ηγγυήθης. Τώρα όπου εγκρίνεις οδήγησέ με? το θέλημά σου είναι δι’ εμέ προσταγή? τώρα ικετεύω να μου γίνης της σωτηρίας διδάσκαλος, χειραγωγούσα με προς την οδόν, που φέρει εις την μετάνοιαν».

Η Μαρία η Αιγυπτία απήυθυνε την δέησιν αυτήν με όλην την θερμότητα ψυχής συντετριμμένης και ταπεινωμένης, αμέσως δε της εδόθη η απόδειξις, ότι η επίκλησις της δεν αντήχησε μάταια. Ακόμη δεν είχε τελειώσει την φλογεράν και συγκινητικήν ικεσίαν της, και ήκουσε φωνήν, ο οποία, αν και εφαίνετο ότι ήρχετο από μακράν, ήτο όμως πολύ καθαρά και απέπνεε μητρικωτάτην συμπάθειαν. Τι δε έλεγεν η φωνή αύτη : «Εάν τον Ιορδάνην περάσης, καλήν θα εύρης ανάπαυσιν».
Εις την μυστηριώδη, αλλά και σαφή αυτήν παράκλησιν η Αιγυπτία κατελήφθη από αγίαν φρικίασιν. Ούτω λοιπόν ! Αυτή η απόβλητος του βορβόρου η γυνή, η κατασπιλώσασα και μολύνασα ολόκληρον τον εαυτό της, δεν απεδιώκετο και δεν απεβάλλετο, αλλ’ εύ
ρισκε σπλάγχνα συμπαθητικά και πρόθυμα.
Πλήρης τότε συκγινήσεως και δακρύων έκραξε : «Δέσποινα, Δέσποινα, μη εγκαταλίπης με». Συγχρόνως δε εξήλθεν από την αυλή του ναού και εβάδιζε ταχέως.
Κατά την οδηγίαν της φωνής, την οποία ήκουσεν, απεφάσισε να διευθυνθή πέραν του Ιορδάνου. Ηγνόει όμως εντελώς την οδόν. Τί λοιπόν να πράξη ; Αρτοποιός, από τον οποίον ηγόρασε τρεις άρτους, της έδειξε την πύλην της πόλεως. Από αποστάσεως εις απόστασιν ερωτώσα, έφθασε τέλος περί την δύσιν του ηλίου εις τον ναόν Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος έκειτο πλησίον του Ιορδάνου. Εισήλθε. Και εις το ημίφως της ώρας εκείνης, μόνη εντός της εκκλησίας εν μέσω τόσων ιερών αντικειμένων, τα οποία διήγειρον και διεθέρμαινον την ευσέβειαν, κατεκυριεύθη από κατάνυξιν. Γονατίσασα, προσηυχήθη θερμά, και διάβροχος εκ των φλογερών δακρύων, εξέχυσε προς τον Θεόν την ψυχήν της όλην, εθρήνησε δια τον πριν αμαρτωλόν βίον της και εδεήθη όπως η θεία χάρις, λούουσα αυτήν από του ρύπου της, την κρατήση του λοιπού επί του δρόμου της μετανοίας και της αρετής. Όταν εξήλθε, ευρέθη προς την όχθη του Ιορδάνου. Τα ύδατα εκείνα τα οποία περιέλουσάν ποτε το σώμα του Λυτρωτού, διεφαίνοντο εις τον ρουν των μετέχοντα μυστηριώδους τινός φύσεως. Κύψασα κατέβρεξε το πρόσωπον και τας χείρας της, και ησθάνθη ότι άρρητος δρόσος εισήλθε και κατεπότισε την ψυχήν της.
Εζήτησε ακολούθως πνευματικόν περίφημον δια την σύνεσιν, την πείραν και την χριστιανικήν του αγαθότητα. Ο σεβάσμιος εκείνος γέρων, εις την ειλικρινή της Αιγυπτίας εξομολόγησιν, είδεν όλην την συντριβήν της καρδίας της και της μετανοίας της την θέρμην, διέκρινε δε ότι η προς το Θεόν γνώμη της ήτο πλέον οριστική και αμετάτρεπτος. Και ως γνήσιος λει
τουργός Εκείνου, όστις έδωκεν εις εν θέρμόν δάκρυ την θαυμασίαν δύναμιν να εξαλείφη τας μάλλον υπερμεγέθεις και χρονίους κηλίδας αμαρτιών, αφούτην παρηγόρησε και την ενίσχυσεν εις την νέαν οδόν της, της επέτρεψε να κοινωνήση των Αχράντων μυστηρίων.
Την νύκτα εκείνην διήλθεν η μετανοούσα γυνή εν υπαίθρω, προσευχομένη υπό τα άστρα και καθιστώσα θερμοτέραν πάντοτε την φωνήν των δεήσεων της. Το πρωί εκοινώνησε μετά φόβου και τρόμου και ησθάνθη εν τη ψυχή της την φαιδράν αυγήν νέας ζωής ελευθέρας από τας ακάνθας και τα δεσμά του κόσμου. Η δε φωνή, ότι ώφειλενα διέλθη τον Ιορδάνην, την έφερε και πάλιν παρά την όχθην του ποταμού.
Εκεί μια λέμβος εσάλευεν επί των υδάτων ο λεμβούχος, αγαθός άνθρωπος, την μετέφερεν αντικρύ. Εκείνη δε επροχώρησε τότε προς τα βαθύτατα της ερήμου του Ιορδάνου, όπου απεφάσισε να διανύση το υπόλοιπον της ζωής της. Κατά την αυτόθι διατριβήν της την συνήντησέ ποτε φάσμα πλέον του άλλοτε κάλλους και της νεότητος, ανήρ ευσεβέστατος, ο αββάς Ζωσιμάς, όστις και διηγήθη έπειτα την συγκινητικήν ιστορίαν της.
Η ερημική διαμονή Μαρίας της Αιγυπτίας δεν διέρρευσεν άνευ πνευματικών ενοχλήσεων και θυελλωδών πειρασμών. Η θέλησις και ο πόυος της ήσαν εξ ολοκλήρου προς την ευσέβειαν, αλλάτο παρελθόν με τας μακράς και βαρείας συνηθείας του δεν άφινε τόσον έυκολα ενταλώς την θέσιν του. Πολλάκις, εν μέσω της προσευχής της και της αγίας ανυψώσεως της ψυχής της, ο δαίμων της απωλείας την περιέβαλλε πανταχόθεν μα τας σαγήνας του και εζήτει να την παρασύρη εις το καταστρεπτικόν βάραθρόν του. Αι πολυτελείς τράπεζαι, εις τας οποίας παρεκάθητο άλλοτε, οι γλυκείς οίνοι, τους οποίους κατά κόρον ερρόφα, άσματα και χοροί και λοιπαί παρόμοιοι σκηναί της κοσμικής μέθης και εξάψεως, αναπαρίσταντο εις την φαντασίαν της και διέφλεγαν τη καρδίαν της με λυσσώδη προσπάθειαν να επανακτήσουν το επ’ αυτής κράτος των. Η σφοδρότης της εφόδου εγίνετο ενίοτε ανωτέρα των δυνάμεων της ταλαιπώρου αμαρτωλής. Και τότε την καταλάμβανε φόβος ως τον άνθρωπον, ο οποίος, μόλις κατορθώσας να ανασυρθή από απύθμενον βάραθρον γεμάτον σκορπίους και φίδια, απειλείτε να επαναπέση και πάλιν εις αυτό. Και τότε ανεκραύγαζε και εδάκρυζε και καθικεύτευε και το στήθος της έτυπτε και τον Λυτρωτήν επεκαλείτο και προς την παναγίαν Μητέρα του εδέετο, όπως την βοηθήση να μείνει πιστή εις την υπόσχεσιν του να σταθή έξω της πνοής της αμαρτίας. Και πίπτουσα προς το έδαφος, έμενεν εκεί επαναλαμβάνουσα τας ικεσίας και τας δεήσεις της, η θύελλα παρήρχετο και διέλαμπε το γλυκύ φως της ψυχικής γαλήνης και ασφαλείας.

Η πάλη αυτή διήρκεσε δέκα επτά ολόκληρα έτη. Τόσα δηλαδή όσα υπήρξαν και τα έτη του αμαρτωλού της βίου. Τοιουτοτρόπως η δοκιμασία της έλαβε τέλος. Η αθλήτρια απεδείχθη αξία στεφάνου. Η άλλοτε ασθενής και χρησιμεύουσα εις καταπάτημα του Πονηρού, υπό την βοήθειαν τώρα και την χειραγψγίαν του Πνεύματος του αγίου, ησκήθη και ενισχύθη και τον κατεπάλαισε και κατέστη απρόσιτος εις τας επιθέσεις του, συντρίψασα δια του Ιησού Χριστού την επ’ αυτής άλλοτε πανίσχυρον δύναμίν του.
Έκτοτε λογισμοί της πόθοι της, θελήματά της, όλαι τέλος πάντων αι δυνάμεις της, νοητικαί, ηθικαί, σωματικαί, κεκαθαρμέναι πλέον και ηγιασμέναι, εδόθησαν αποκλειστικώς εις την νέαν κατά Χριστόν ζωήν. Έγεινεν όλη φως και αγιασμός και πτήσις ουράνιος και διηνεκής και ολόψυχος προσήλωσις προς την ζωήν του Ευαγγελίου, προς τας εντολάς του και τας επαγγελίας του.
Υπέρ τα τριάκοντα ακόμη έτη διήλθεν η Αιγυπτίαν, εις την έρημον με την νέαν αυτήν της ζωής φάσιν, εντελώς αποχωρισθείσα από το θλιβερόν της νεότητος παρελθόν, κατασκευάσασα εντός της την νέαν πνευματικήν και ηθικήν κτίσιν, την οποίαν ο Χριστός δίδει, εις όσους τον πιστεύσουν και τον καταστήσουν βασιλέα της καρδίας και του βίου των.

Όταν ο αββάς Ζωσιμάς συνήντησε Μαρίαν την Αιγυπτίαν, είχε αύτη τεσσαράκοντα επτά ετών διαμονήν εις την έρημον. Έκπληκτος ο γέρων εκείνος ήκουσε την διήγησίν της και εδόξασε τον Θεόν, όστις γνωρίζει να κατορθώνη τα τοιαύτα θαυμάσια. Ότε δε ο Ζωσιμάς έμελλα να απέλθη, η οσία γυνή της ερήμου τον παρεκάλεσε θερμώς να μη ειπή εις κανένα τίποτε, έως ότου ο Θεός την ελευθερώση από την γην. Τον καθικέτευε δε όπως κατά την μεγάλην εβδομάδα του επομένου έτους, και ωρισμένως κατά την αγίαν εσπέραν του Δείπνου του μυστικού, λάβη από το Μοναστήριον του το ζωοποιόν Σώμα και Αίμα του Χριστού και το φέρη προς αυτήν δια να κοινωνήση. Και ώρισεν ότι θέλει τον περιμένει προς τα κατοικούμενα μέρη του Ιορδάνου.
Ο αββάς Ζωσιμάς επέστρεψεν εις το μοναστήριόν του, χωρίς να ειπή τίποτε παρί της Αιγυπτίας. Όταν δε αι ημέραι των νηστειών ήλθον και έφθασεν η εσπέρα του Δείπνου του μυστικού, θέσας εις εν μικρόν ποτήριον το άχραντον Σώμα και το τίμιον Αίμα του Σωτήρος Χριστού, προς την νύκτα πλέον, μετέβη παρά την όχθην του Ιορδάνου και προσηλώσας τους οφθαλμούς του προς το αντίπεραν μέρος, περιέμενε της Αιγυπτίας την εμφάνισιν. Ήτο δε πλήρης οδύνης και θλίψεως, διότι δεν υπήρχε πλοιάριον, όπως αυτός διέλθη προς το πέραν ή εκείνη δυνηθή να φθάση προς αυτόν. Αλλ’ η ταραχή του κατηυνάσθη, όταν η οσία εκείνη εφάνη εις το αντίκρυ μέρος του ποταμού. Το βλέμμα του αββά ιλαρύνθη, αλλά μόνον προς στιγμήν. Ματαίως περιέφερε τους οφθαλμούς του άνω και κάτω του ποταμού? τα ύδατα ήσαν έρημα. Κανέν πλοιάριον, καμμία λέμβος. Ο αββάς τότε εστέναξε και σηκώσας τους οφθαλμούς του προς τον ουρανόν επεκαλείτο τον Θεόν, όπως δώση διέξοδον εις την αμηχανίαν εκείνην.
Εξαίφνης, υπό το λαμπρόν φως της πανσελήνου, είδε την Αιγυπτίαν οιονεί να σφραγίζη τον ποταμόν με το σημείον του τιμίου σταυρού και ευθύς κατόπιν να προχωρή η ιδία δια του ποταμού, βαδίζουσα ελευθέρως επί της επιφανείας των υδάτων.
Ο αββάς έμεινεν έκπληκτος. Ότε δε η οσία ήλθε πλησίον του, ηθέλησε να κάμη μετάνοιαν εμπρός της. Αλλ’ εκείνη τον ημπόδισε. «Συ, του είπε, θα κάμης εις εμέ μετάνοιαν, εν ω ιερεύς είσαι και θεία μυστήρια βαστάζεις ; » Ο αββάς εκρατήθη, προσέφερε δε την θείαν κοινωνίαν εις Αιγυπτίαν. Και εκείνη τότε στενάξασα και δακρύσασα είπε : «Νυν απολύεις την δούλη σου Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου.»
Έπειτα λέγει προς τον Γέροντα : «Συγχώρησέν μου, αββά, να σου καθυποβάλω ακόμη ένα τελευταίον μου πόθον. Τώρα μεν πήγαινε εις το μοναστήριόν σου βοηθούμενος και φυλαττόμενος από την χάριν του Θεού. Το δε ερχόμενον έτος έλα πάλιν εις τον ερημικόνεκείνον χείμαρον, όπου με συνήντησες πέρυσι. Έλα, χωρίς άλλο εν ονόματι του Κυρίου μας, και θα με ιδής καθώς θέλει ο Κύριος.» Ακολούθως είπε πάλιν προς τον αββάν : «Να εύχεσαι υπέρ εμού και να μνημονεύης εμέ την ταλαίπωρον και αθλίαν.»
Ο γέρων Ζωσιμάς δεν έβλεπε πότε να παρέλθη η προσδιορισθείσα του έτους προθεσμία. Ότε δε αύτη διέρρευσεν, επέρασε τον Ιορδάνην, εισήλθεν εις την έρημον και ανεζήτει την οσίαν ανά τον τόπο του χειμάρρου. Αλλά μολονότι επί πολύ ανεζήτησε, δεν είδε να φανή πουθενά καμμία μορφή. Τότε εστέναξε πικρώς και ανατείνας τους οφθαλμούς εδεήθη και έλεγε : «δείξον μοι, Δέσποτα, τον θησαυρόν, δείξον μοι, δέομαι, τον εν σώματι άγγελον, του οποίου ο κόσμος δεν είναι επάξιος.» Επροχώρησε κατόπιν, ζητών τώρα να ανεύρη κατά γης την οσίαν, ίσως ανεπαύετό που, αλλά θέαμα λυπηρόν προσέβαλε τους οφθαλμούς του. Προς το ανατολικόν μέρος του χειμάρρου σώμά τι εφάνη κατακείμενον. Ο Ζωσιμάς έσπευσε με παλμούς ανησύχους. Φευ ! ήτο η Αιγυπτία, αλλά νεκρά πλέον.
Ο Ζωσιμάς εδάκρυσε και εδόθη εις κλαυθμούς. Ησπάσθη το μακάριον λείψανον, προσηυχήθη γονατίσας παρ’αυτό, εδεήθη υπέρ της ψυχής της μεταστάσης, καθικέτευσεν ώστε εκείνη να μεσιτεύση υπέρ αυτού του ευρισκομένου ακόμη επί του πολυμόχθου σταδίου της γης. Και κατόπιν έθεψεν της Αιγυπτίας το σώμα μη φέρον κανέν άλλο εντάφιον, παρά μόνο το παμπάλαιον φόρεμά της με ένα σταυρόν επί του στήθους. Ήτο δε τότε το έτος 421 μετά Χριστόν.
Τοιούτος υπήρξεν ο βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Γυνή της αμαρτίας και του βορβόρου, απελούσθη δια των δακρύων της μετανοίας και ηγιάσθη δια της πίστεως και του αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αυτός από την υπερβολήν της ατιμίας την έφερεν εις υπερβολήν δόξης και τιμής. Και η οσία Μαρία μένει δια των αιώνων περιφανές και αθάνατον παράδειγμα της δυνάμεως της μετανοίας, και του ότι η γυνή, πτώμα ηθικόν μακράν του Χριστού, δι αυτού καθαίρεται και λαμπρύνεται και καθίστατο η πρών άσωτος αγνοτέρα από την χιόνα των ορέν και παρθενικωτέρα από τα κρίνα των αγρών.


Απολυτίκιον. Ήχος πλ δ’.
Εν σοι Μήτερ, ακριβώς διεσώθη το κατ’ εικόνα? λαβούσα γαρ τον Σταυρόν, ηκολούθησας τω Χριστώ, και πράττουσα εδίδασκες, υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ? επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου? διο και μετά Αγγέλων συναγάλεται, οσία Μαρία, το πνεύμα σου.

Έτερον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν, λιπούσα πάνσεμνε? όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά, τω ιερώ, ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία οσία Μήτερ? μεθ’ ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.

*******************

[B1]Ο Συναξαριστής και ο Δουκάκης εσφαλμένως θέτουν χρονολογικώς την οσίαν Μαρίαν την Αιγυπτίαν επί των χρόνων του Ιουστινιανού, ήτοι μετά τα 500 μετά Χριστόν. Ο Δουκάκης μάλιστα ακατανοήτως αναφέρει ύστερον ως χρόνον του θανάτου της το 378 ή 437, παραδεχόμενος ούτω ότι η οσία αύτη πρώτον απέθανεν και ύστερον εγεννήθη. [B2]Προσθέτουν μάλιστα και σκανδαλωδεστάτην πληροφορίαν περί του αντιτίμου, το οποίον έδωκε δια ναύλον. Ημείς παραλείπομεν εκ συστήματος τα τοιαύτα, διότι γράφοντες χάριν των οικογενειών φρονούμεν, ότι από τους βίους των αγίων, αποβλέποντας εις την ηθικοποίησιν των αναγνωστών, πρέπει να αποκλείωνται λεπτομέρειαι δυνάμεναι να σκανδαλίζουν και να χρησιμεύουν εις τους ελαφροτέρους ως δικαιολογίαι των ιδικών των παρεκτροπών. Δι’ αυτό παραλέιψαμεν και τους πειρασμούς Αντωνίου του μεγάλου, εκ της διηγήσεως των οποίων οι νέοι της σημερινής εποχής μάλλον δύνανται να βλαβούν λέγοντες ότι, αφού ερημίτης τοιαύτης αγιότητος τόσον επολεμείτο από την σάρκα, πόσο μάλλον αυτοί οι κοσμικοί ;


Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Κυριακή Δ΄ νηστειών (Μαρκ. θ΄17-31 )


του Ιωάννη Δήμου (Θεολόγου – Φιλολόγου)

από την ιστοσελίδα του: www.sostikalogia.com


Κάποια μέρα ένας πατέρας από τον όχλο είπε στο Χριστό, Διδάσκαλε, έφερα προς εσένα το παιδί μου που έχει καταληφθεί από πονηρό πνεύμα, το οποίο του έχει αφαιρέσει τη λαλιά. Σε όποιον τόπο το καταλάβει, το συγκλονίζει και το ρίπτει κάτω και το κάνει να αφρίζει, να τρίζει τα δόντια του, και να μένει ξηρό και αναίσθητο. Είπα στους μαθητές σου να διώξουν αυτό το πονηρό πνεύμα και δεν μπόρεσαν. Τελικά ο Κύριος αφού είπε να φέρουν το παιδί κοντά Του το θεράπευσε, δίνοντας εντολή στο πονηρό πνεύμα να εξέλθει απ' αυτό.

Αυτή η προτροπή του Κυρίου να φέρουν το παιδί κοντά Του έχει μεγάλη σημασία ειδικότερα για τους γονείς, που πρέπει να οδηγούν τα παιδιά τους κοντά στο Χριστό για να έχουν την πνευματική τους, και γιατί όχι, και τη σωματική τους υγεία. Πολλοί γονείς θυμούνται το Χριστό μόνο, όταν τον έχουν ανάγκη για να βοηθήσει τα παιδιά τους ενώ, όταν αυτά βρίσκονται σε καλή κατάσταση, κάθε άλλο παρά τους μιλούν για το Χριστό και την Εκκλησία Του.

Πολλές φορές μάλιστα, αν κάποιο παιδί δείξει ιδιαίτερη συμπάθεια για το θέλημα του Θεού, το αποτρέπουν μήπως γίνει καθυστερημένο, όπως λανθασμένα πιστεύουν, γιατί οι άνθρωποι του Θεού κάθε άλλο παρά καθυστερημένοι είναι. Αυτό μαρτυρούν τόσοι και τόσοι μεγάλοι επιστήμονες, οι οποίοι δεν εμποδίστηκαν να διαπρέψουν από το ότι πίστευαν στο Θεό και εφάρμοζαν το θέλημά Του. Οι χριστιανοί διακρίθηκαν σε όλους τους τομείς του πολιτισμού και της επιστήμης και πολλοί απ' ατούς ήταν κοντά στο Χριστό από τη νεανική τους ηλικία.

Προς αυτή την παιδική ηλικία ο Κύριος έδειξε ιδιαίτερη εκτίμηση, όπως φαίνεται και από το γνωστό περιστατικό που, όταν οι μαθητές Του εμπόδισαν τα παιδιά να τον πλησιάσουν, τους είπε, άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με. Επίσης ανέστησε το γιο της χήρας της Ναίν και την θυγατέρα του Ιάειρου. Αλλά είπε και εκείνο το σημαντικό ότι, εάν δεν γίνετε όπως τα παιδιά, δε θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών. Ο δε Απόστολος Παύλος λέει ότι πρέπει οι χριστιανοί να είναι νήπια, όσον αφορά στην κακία, ενώ στο νου πρέπει να είναι τέλειοι.

Κανείς βέβαια δεν θα ήθελε να βρεθεί στη θέση του πατέρα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αλλά δυστυχώς και σήμερα πολλά παιδιά, λίγο πολύ επηρεάζονται από πονηρό πνεύμα. Αντίθετα όσα παιδιά επιθυμούν να έχουν καλή σχέση με το Χριστό, προσπαθούν και πρέπει να υποτάσσονται στο θέλημά Του, και να προσέχουν τα λόγια και τα έργα τους.

Και βεβαία πρωτίστως οι γονείς έχουν υποχρέωση και καθήκον να τα συνδέσουν με το Χριστό και την Εκκλησία, γιατί τα παιδιά είναι πρώτον του Θεού. Γι’ αυτό έχουν καθήκον να ανατρέφουν τα παιδιά τους εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος. Και εάν ακόμη τα παιδιά επηρεασμένα από το γενικότερο περιβάλλον τους δυστροπούν, πρέπει οι γονείς να μη απελπίζονται αλλά να προσεύχονται συνεχώς γι’ αυτά, και ο Θεός που ακούει τις προσευχές που γίνονται με πίστη θα κάνει το καλύτερο. Αυτό συνέβη και με τις προσευχές της μητέρας του ιερού Αυγουστίνου ο οποίος από άσωτος έγινε όχι μόνο πιστός χριστιανός, αλλά και επίσκοπος.

Άρα η σύσταση του Κυρίου, φέρε το παιδί προς με, ισχύει για όλους τους γονείς και διδασκάλους κάθε εποχής. Το πλησίασμα των παιδιών κοντά στο Χριστό και το θέλημα Του, αποτελεί την καλύτερη ασφάλεια για τα παιδιά. Δεν υπάρχει αλλού η σωτηρία, ούτε άλλο όνομα έχει δοθεί κάτω από τον ουρανό, με το οποίο μπορεί κάποιος να σωθεί παρά μόνο το όνομα του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι το θεμέλιο και η κεφαλή της Εκκλησίας. Αυτός είναι η αλήθεια και το φως το αληθινό που φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Αυτός είπε φέρε το παιδί προς με και το

ελευθέρωσε από το δαιμόνιο.

Ο Χριστός μαζί μας.

Αμήν .

Πανταχού παρών

από το περιοδικό «Λυδία»

Διάβασα κάπου:

Όταν μία μεγάλη πληγή θέριζε το Λονδίνο, ο Κράβεν απεφάσισε να εγκαταλείψη το Λονδίνο και να πάη στην ιδιαίτερη πατρίδα τον, για να αποφυγή τον κίνδυνο. Ενώ, λοιπόν, ανέβαινε στο αμάξι τον, άκουσε έναν υπηρέτη τον να λέη σ' έναν άλλο.

- Υποθέτω ότι ο Θεός τον εγκατέλειψε το Λονδίνο και πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα τον.

Αυτό ξάφνιασε τον Κράλεν και τον έκανε να σκεφθή: «Ο Θεός μου! Είναι πανταχού παρών και μπορεί να με φυλάξη οπού κι αν ευρεθώ, θα μείνω εδώ». Και έμεινε.

Λλήθεια, αν πιστεύουμε στην πανταχού παρουσία τον Θεού μας τότε... τότε γιατί ξεχνούμε πώς μπορεί να είναι και στο πρόβλημα πού μας ταλανίζει και το αφήνουμε να μας αφαιρή την γαλήνη;

Αν ο Θεός βρίσκεται παντού τότε... βρίσκεται και δίπλα στο πρόσωπο πού πολύ αγαπούμε και πού τώρα είναι στο κρεβάτι του πόνου. Δεν θα κάνη το καλύτερο; Άν ο Κύριος μας βρίσκεται παντού, τότε δεν θα είναι και δίπλα στο παιδί μας πού ξεπορτίζει, δίπλα στο σύζυγο πού αργά επιστρέφει, δίπλα στην κόρη πού αντιδρά; Αρκεί εμείς με την προσευχή μας να τους θωρακίζουμε. Είμαστε πάντα και παντού κάτω από το στοργικό βλέμμα τον Θεού Πατέρα.

Τον Θεόν Πατέρα πού με αγαπά πιο πολύ από ό,τι εγώ τον εαυτό μου.

Πού αγαπά τους δικούς μου πιο πολύ από ό,τι εγώ. Λοιπόν, θα επέτρεπε να γίνη κάτι πού δεν θα απέβλεπε στην σωτηρία τους;

Είναι πανταχού παρών και αγαπά.

Είναι πανταχού παρών και προνοεί.

Είναι πανταχού παρών και συγχωρεί.

Είναι πανταχού παρών και περιμένει.

Είναι πανταχού παρών και μακροθυμεί.

Είναι πανταχού παρών και προλαβαίνει.

Είναι πανταχού παρών και σκέπει.

Είναι πανταχού παρών, στα σκοτάδια μας και στο φως, στις πτώσεις μας και στους αγώνες μας. Στις αδυναμίες και τις αντοχές μας, στις αρνήσεις μας και τις ομολογίες μας. Στους πόνους και στις χαρές μας. Κοντά μας στις μοναξιές και τις απογοητεύσεις μας, στις γκρίνιες και τις δοξολογίες μας. Ο,τι κι αν έχουμε, όπως και αν είμαστε, μας έχει ο Θεός μας μέσα στη χούφτα τον την πατρική. Μέσα στην πληγωμένη από την αχαριστία μας καρδιά Τον.

Αν αυτό το συνειδητοποιήσουμε, αλήθεια, τότε δεν θα γέμιση η καρδιά η δική μας από εμπιστοσύνη, από διάθεσι αγωνιστική, από ευγνωμοσύνη, από δοξολογίες και αγάπη;

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Ποιον δεν ειρωνεύτηκαν οι άνθρωποι;

Στον τεχνίτη Παύλο Τ., για την εξομολόγηση

Θα ήθελες να μάθης αν η εξομολόγηση είναι τόσο απαραίτητη; Παλαιότερα πήγαινες πιο συχνά στην εξομολόγηση μα σταμάτησες επειδή κάποιος σε ειρωνεύτηκε γι' αυτό. Δεν έπρεπε να διακόψεις. Ποιον δεν ειρωνεύτηκαν οι άνθρωποι; Ξέρεις τί είπε ο διορατικότερος όλων: ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε (Λκ. 6, 25). Μου γράφεις ότι έκτος από την τέχνη σου έχεις και ένα αμπέλι, που σου δίνει καλή παραγωγή, επειδή το καλλιεργείς πολύ. Αν κάποιος εγκατέλειπε το αμπέλι του και ειρωνευόταν εσένα που φροντίζεις με επιμέλεια το δικό σου, μήπως θα σήκωνες τα χέρια σου από τ' αμπέλι και θα σταματούσες να το καλλιεργείς; Σίγουρα, δε θα το έκανες αυτό.

Πώς μπορείς λοιπόν να ταλαντεύεσαι αναφορικά με την καλλιέργεια της ψυχής σου η οποία είναι σημαντικότερη απ' όλα τ' αμπέλια του κόσμου; Επειδή όταν πεθάνεις, την ψυχή σου θα την πάρεις ενώ το αμπέλι θα το αφήσεις. Απ' όλες τις καλλιέργειες, η σημαντικότερη είναι η καλλιέργεια της ψυχής. Και απ' όλους τους κόπους που ο άνθρωπος καταβάλλει πάνω στη γη, ο κόπος για την ψυχή είναι ο πιο συνετός. Για τούτο, γύρνα στην προηγούμενη προσπάθειά σου γύρω από την ψυχή σου και ξεκίνα πάλι να εξομολογήσαι....

Οι αμαρτίες θεριεύουν και πολλαπλασιάζονται μέσα στη μυστικότητα. Μόλις όμως βγουν στο φως, ξηραίνονται και πεθαίνουν. Μην πεις: δεν έχω αμαρτίες! Διάβασε αυτό που λέει ο δίκαιος στο Ψαλτήρι: εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου (Ψ. 50, 7). Μην πεις πάλι: εγώ εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου στον Ίδιο το Θεό και δε χρειάζεται να εξομολογούμαι σε ανθρώπους. Ποιος ήταν περισσότερο δίκαιος από τον Απόστολο Παύλο; Και ο Παύλος αυτός, είχε μια αμαρτία πριν από την αποστολική του κλήση ως Σαύλος και την αμαρτία του αυτή την εξομολογήθηκε δημόσια, όχι μια φορά αλλά πολλές και όχι μονάχα μπροστά σε πιστούς αλλά και σε ειδωλολάτρες. Γράφει στους βαπτισμένους Γαλάτες: ηκούσατε γαρ την εμήν αναστροφήν ποτε εν τω Ιουδαϊσμώ, ότι καθ' υπερβολήν εδίωκον την εκκλησίαν του Θεού και επόρθουν αυτήν (Γαλ. 1, 13). Το ίδιο αποκαλύπτει και μπροστά στον αβάπτιστο βασιλιά Αγρίπα.

Αφού λοιπόν ο Άγιος Παύλος ενεργούσε έτσι, εσύ γιατί να κρατάς τα τραύματα της ψυχής σου κρυμμένα; Γιατί να αφήνεις τα φίδια να πολλαπλασιάζονται στον κόρφο σου; Μήπως επειδή κάποιος σε ειρωνεύτηκε; Και αν σε ειρωνεύτηκε μια φορά, μήπως θα σε ειρωνεύεται αιώνια; Προσευχήσου μυστικά γι' αυτόν στο Θεό. Ίσως μετανοήσει και με δάκρυα εκθέσει το αμάρτημά του. Τί είναι πιο ασταθές από την ανθρώπινη σκέψη; Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν μετανοιώνουν το βράδυ για λόγια που ξεστόμισαν την ημέρα; Γι' αυτό, σε ό,τι αφορά την ψυχή σου, μην ακούς τον καθένα που σου λέει περιστασιακά κάτι αλλά άκουε αυτό που η Εκκλησία του Θεού κηρύττει. Κάνε συζήτηση με πνευματικούς που εξομολογούν ανθρώπους και θ' ακούσεις από εκείνους πολλά παραδείγματα για το πόση ψυχική ανακούφιση έλαβαν όσοι από καρδιάς εξομολογήθηκαν.

Δεν είναι κανένα παραμύθι αλλά η ωμή αλήθεια, ότι πολλοί ετοιμοθάνατοι, όντες σε πολύωρη αγωνία, μπόρεσαν να ξεψυχήσουν μονάχα τότε, όταν εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες τους στον ιερέα. Θα μπορούσα και εγώ ο ίδιος να σου αναφέρω κάποια τέτοια παραδείγματα στα οποία ήμουν αυτόπτης. Ο Θεός μας είναι Θεός ελέους και καλοσύνης και θέλει τη σωτηρία όλων των ανθρώπων. Πώς όμως να σωθεί κάποιος άνθρωπος, αν συνειδητά δεν κάνει διάκριση μεταξύ αμαρτίας και δικαιοσύνης του Θεού, αν δεν απορρίψει την αμαρτία και δεν αναγνωρίσει τη δικαιοσύνη του Θεού;

Με αυτό που ο άνθρωπος κουβαλά στην ψυχή του κατά την ώρα του θανάτου, με τούτο απέρχεται στην κρίση του Θεού. Αν αυτό είναι αμαρτία, με την αμαρτία, και αν είναι δικαιοσύνη, τότε με τη δικαιοσύνη. Ο Θεός περιμένει από κάθε θνητό άνθρωπο τη μετάνοια και η μετάνοια περιλαμβάνει την εξομολόγηση των ιδίων αμαρτημάτων. Και επειδή κάθε ώρα και ημέρα, μπορεί ο άγγελος του θανάτου να έρθει για να παραλάβει την ψυχή μας, γι' αυτό η εκκλησία συνιστά στους πιστούς, συχνή εξομολόγηση και ακόμη συχνότερη Μετάληψη.

Ο Θεός να σε φωτίζει και να σε ευλογεί.

Του Αγίου Νικολάου Αχρίδος

"Για την ΜΕΤΑΝΟΙΑ, την μοναδική λύση στα αδιέξοδά μας"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
http://www.impantokratoros.gr