Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

O Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός, ομιλεί και γράφει για την μετάνοια και την εξομολόγηση

Είναι απαραίτητο κάθε άνθρωπος να συνειδητοποιήσει ότι η αμαρτία δεν είναι άλλο παρά άρνηση τού θείου θελήματος και γι’ αυτό προκαλεί την απώλεια της ζωο-ποιού χάριτος τού Αγίου Πνεύματος την οποία δεχθήκαμε στο Βάπτισμα. Η αμαρτία κατασπιλώνει το «ένδυμα γάμου» μας και μας αποκλείει από τον ουράνιο Νυμφώνα, ματαιώνει την επιδιωκόμενη «καινότητα ζωής» και, σαν τον άσωτο, μας απομακρύνει από το Θεό και από όλα του τα χαρίσματα, μας παραδίνει σε πνευματικό λιμό, σε σκοτισμό του νου, ο όποιος, παραδινόμενος στην περιεκτική πλάνη της ματαιοφροσύνης, είτε κτηνώδης γίνεται είτε δαιμονιώδης καθίσταται. Η αμαρτία καταστρέφει κάθε τι το ευγενές, το ωραίο, το λογικό που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα.

Η αμαρτία ήταν που προκάλεσε το θάνατο και τη φθορά στην οποίαν υπέταξε όχι μόνο τον άνθρωπο, μα και όλη την κτίση που είχε δημιουργηθεί από το Θεό «λίαν καλή»· «οίδαμεν ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι τού νύν» (Ρωμ. η’ 22). Η αμαρτία που έκλεισε τον Παράδεισο της τρυφής και αντ΄αυτού έφερε ακάνθας και τριβόλους, πόνο, κόπο και ιδρώτα, φόβο, τρόμον και αβεβαιότητα. Η αμαρτία ήταν που κατέρριψε τον Εωσφόρο και τα αγγελικά τάγματα του από την πάμφωτη δόξα τους και τους μετέβαλε σε σκοτεινούς και πονηρούς δαίμονες. Μιάν αμαρτία έκαμε ο Εωσφόρος μή φυλάξας την άρχή του, και επέφερε την καταστροφή σ’ όλο του το τάγμα. Μια παράβαση τού θείου θελήματος διέπραξε ο πρωτόπλαστος Αδάμ και συμπαρέσυρε όλη την κτίση στη φθορά.

Το πόσο μεγάλο κακό είναι η αμαρτία, το αποδεικνύει και ο τρόπος της σωτηρίας τού άνθρωπου. Ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος ήταν δυνατό να εξουδετερώσει τα αποτελέσματα της αμαρτίας, γι’ αυτό ευδόκησε ο Θεός Λόγος να «κενώση εαυτόν» γενόμενος άνθρωπος, για να αναπλάσει την διαφθαρεϊσαν εικόνα του Θεού στον άν-θρωπο, και να τον ελευθερώσει από την τυραννία τού θανάτου και τού Διαβόλου. «Αποτασσόμενος» τον σατανά και την αμαρτία κατά το Βάπτισμα ο άνθρωπος, λαμβάνει τη σώζουσα Χάρι τού Χριστού και εισέρχεται στην «καινή ζωή» της Εκκλησίας.