Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Κατηχήσεις και Λόγοι: Τόμος 5ος

Ανοίγεις τα πνευματικά βιβλία και βλέπεις να σου μιλά ο Θεός. Νοιώθεις αμέσως το φτερούγισμα του Πνεύματος. Νοιώθεις να απαντά ο Θεός στος απορίες σου. Βλέπεις να διαλύη τα σκοτάδια σου, να ανοίγη τους δρόμους σου, όταν υπάρχη μπροστά σου αδιέξοδο.

Αρχ. Αιμιλιανού
Κατηχήσεις και Λόγοι: Τόμος 5ος

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Η εν Χριστώ χαρά

Η χαρά του Χριστιανού είναι σιωπηλή και γαλήνια. Δεν είναι θορυβώδης και ανήσυχη, δεν ξεσπά σε γέλια και κραυγές. Όποιος την έχει μέσα του, “μόλις ησυχή μειδιάσει”. Η εν Χριστώ χαρά δεν φαίνεται από εξωτερικά σημάδια, μόνο ακτινοβολεί με τρόπο μυστικό.
Η αληθινή χαρά του Χριστού συνδέεται με την ευλογημένη θλίψη της μετανοίας, γιατί μόνο μέσω της θλίψεως αυτής και του σταυρού έρχεται ο άνθρωπος σε επαφή με τον Θεό, που είναι η μοναδική πηγή της χαράς. Έτσι έζησαν οι άνθρωποι του Θεού και έτσι μας δίδαξαν να ζούμε κι εμείς την πίστη μας. “Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας”.


Ο άμετρος γέλωτας δεν φανερώνει γνήσια χαρά, παρά έχει σκοπό τη φυγή από την αληθινή κατάσταση του ανθρώπου, μέσα από ένα τεχνητό προσωπείο. Δεν συνδέεται με τη σύννοια και τη νήψη του ανθρώπου που βρίσκεται σε μια επιφυλακή αναζήτησης και διόρθωσης. Δεν καλλιεργεί την ψυχή προς σωτηρία. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: “Ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε” και ο Χρυσόστομος γράφει “πένθους ο παρών καιρός, και θλίψεως και δουλαγωγίας, και αγώνων και ιδρώτων, σύ δε γελάς;”
Η στενή πύλη που καλούνται να περάσουν οι Χριστιανοί είναι θλίψη, αλλά θλίψη κατά Θεόν, γεμάτη ελπίδα, και όχι ανέλπιδη απόγνωση. Η πρώτη είναι σημείο μετανοίας και οδηγεί στη σωτηρία, ενώ η δεύτερη είναι σημείο θανάτου. Αυτή η θλίψη έχει μέσα της όλες τις ευλογίες και οδηγεί στην γαλήνια χαρά της αγιότητας. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται στη ζωή του έχει κάθε στιγμή συναίσθηση της αδυναμίας του και της ελαχιστότητάς του μπροστά στη δόξα του Θεού. Έτσι, δεχόμενος την ευλογία, τη χάρη και το άμετρο έλεος του Θεού είναι ταυτόχρονα γεμάτος συστολή και θλίψη για την αστοχία και την αναξιότητά του. Γνωρίζει ότι τις δωρεές που του χαρίστηκαν μπορεί να τις χάσει κι αυτό τον συνέχει και τον γεμίζει σεμνότητα και σοβαρότητα. “Ει τοίνυν φως είναι βούλει, μίσει την ευτραπελίαν και την περιφοράν του γέλωτος”, μας λέγει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ενώ στην αγία Γραφή διαβάζουμε: “Μωρός εν γέλωτι ανυψοί φωνήν αυτού, ανήρ δε πανούργος (δηλαδή φρόνιμος) μόλις ησυχή μειδιάσει”, και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος “Ει ουδέν ούτω τη ταπεινοφροσύνη ως το πένθος συνέρχεται, ουδέν ούτως αυτή ως ο γέλως ανθέστηκεν”.
Αυτό, δεν σημαίνει ότι οι Χριστιανοί που ακολουθούν τον Χριστό συνθλίβονται μέσα στη λύπη. Πρέπει να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στη χριστιανική σοβαρότητα, που είναι γεμάτη ελπίδα, πραότητα και γαλήνη, και στην σκυθρωπότητα του τεθλιμμένου, που στερείται τη χαρά. “Γίνου σύννους”, μας διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, “δεδοίκασι γαρ σύννοιαν οι δαίμονες, ως οι κλέπται τους κύνας”.
Άς σημειώσουμε πάντως, ότι η γνήσια κωμωδία δεν αποσκοπεί στην άμετρη και ανούσια ευτραπελία, αλλά αναδεικνύει με νοήμονα τρόπο αυτό που είναι κωμικό, φωτίζοντας την ανθρώπινη κατάσταση. Έτσι, το γέλιο που αποσπά είναι γέλιο που ελευθερώνει και ψυχαγωγεί την ψυχή. Οδηγεί το νού στη διάκριση των καταστάσεων και διδάσκει αυτό που είναι ελαφρύ, ώστε να γίνει φανερό αυτό που απομένει στο βάθος. Με τον τρόπο αυτό φωτίζει το νόημα και άρα δεν στέκεται εμπόδιο στη μετάνοια και τη σωτηρία. Η αληθινή κωμωδία δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη και δεν εξευτελίζει τις σημασίες. Αντίθετα, δημιουργεί μία κλίμακα αξιολόγησης και αναγνώρισης σημασιών, μέσα από τη δύναμη του αστείου. Γι’ αυτό και το αστείο είναι απαύγασμα της ανθρώπινης ευφυΐας, και η επιτυχής διατύπωσή του προϋποθέτει πνευματική διαύγεια και οξυδέρκεια. Το γέλιο που παράγει δεν είναι α-νόητο, αλλά όπλο ενάντια στον ανυπόστατο φόβο και το ψεύτικο δέος που υποδουλώνει την ψυχή. Το αληθινό αστείο συνοδεύεται από την έκπληξη της ανακάλυψης και αφήνει στην ψυχή τη γεύση της σύννοιας, που είναι συγγενική με την ελπιδοφόρα θλίψη.
Η εν Χριστώ χαρά είναι δώρο του αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό δεν συμβαδίζει με την αστοχία της αμαρτίας, που απομακρύνει τον άνθρωπο από τη δωρεά του Θεού. Αγώνας για τη χαρά είναι αγώνας ενάντια στην αμαρτία. Στον μικρό Παρακλητικό Κανόνα διαβάζουμε την παρακάτω προσευχή: “Χαράς μου την καρδίαν πλήρωσον Παρθένε, η της χαράς δεξαμένη το πλήρωμα, της αμαρτίας την λύπην εξαφανίσασα”.
Ο Χριστός μας διδάσκει ότι αν θέλουμε να τον ακολουθήσουμε οφείλουμε να σηκώσουμε με χαρά ένα σταυρό θλίψεως. Είναι ο σταυρός της ελευθερίας από την εμπάθεια του εγωϊσμού και της φιλαυτίας. Από την άλλη μεριά, η πτώση της φύσεως είναι συνώνυμη με τη θλίψη: “Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε. Εγώ νενίκηκα τον κόσμον”.
Αυτοί που μας μίλησαν για τη χριστιανική χαρά την έζησαν μόνον αφού πέρασαν μέσα από τη θλίψη της μετάνοιας, γι’ αυτό ποτέ δεν μίλησαν για τη χαρά χωρίς να μιλήσουν για τη λύπη, ώσπου στο εκκλησιαστικό λεξιλόγιο καθιερώθηκε πια η λέξη χαρμολύπη, που εκφράζει όλο το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής. Χαρά χωρίς τη λύπη της μετανοίας δεν είναι χαρά εν Χριστώ. Χαρά και λύπη είναι και τα δύο δώρα του αγίου Πνεύματος αχώριστα, έτσι που αν λείπει το ένα από την ψυχή μας, το άλλο παύει να είναι κατά Θεόν. Η λύπη για τις αμαρτίες χωρίς την χαρά της ελπίδας δεν είναι μετάνοια, αλλά απόγνωση, η χειρότερη από τις αμαρτίες.
Την χριστιανική χαρά την νιώθουν εκείνοι που καταλαβαίνουν στα κατάβαθα της ψυχής τους τα παράξενα αυτά λόγια του ψαλμωδού βασιλέα: “Μία ηττησάμην παρά Κυρίου, ταύτην εκζητήσω. Του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου, του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού”.

“ Η εν Χριστώ ζωή" Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης


…Μάθε να προσεύχεσαι. Βίαζε τον εαυτόν σου εις την προσευχήν. Κατά αρχάς θα εύρης δυσκολίαν , ύστερον όμως όσον περισσότερον βιάζης τον εαυτόν σου , τόσον ευκολώτερον θα προσεύχεσαι. Εις την αρχήν όμως είναι πάντοτε αναγκαίον να βιάζη κανείς τον εαυτό του.
Η καρδία μας κάθε ημέρα αποθνήσκει πνευματικώς. Και μόνον θερμή προσευχή συνοδευόμενη με δάκρυα την ζωογονεί και την κάμνει να αναπνέη πάλιν. Αν δεν προσευχώμεθα με αρκετήν πνευματικήν ζέσιν, εύκολα και ταχέως θα αποθάνωμεν πνευματικώς .
Όταν κάποια εσωτερική ανησυχία σε εμποδίζει να προφέρης της προσευχής τας λέξεις κατά την θείαν ακολουθίαν, γνώριζε ότι αυτή η ανησυχία και αδυναμία είναι απάτη του εχθρού , του δαίμονος. Ρίψε από επάνω σου την αθυμίαν ,λιποψυχίαν και δειλίαν και πρόφερε το όνομα του Κυρίου χωρίς βίαν, ηρέμως και δυνατά. Τοιουτοτρόπως θα καταβάλης την ανησυχίαν και αδυναμίαν σου και θα κερδίσεις θάρρος και δύναμιν. Τα πάντα είναι δυνατά δια εκείνους που πιστεύουν και εις τον Θεόν ελπίζουν . Πρέπει να παλαίωμεν και να νικώμεν.
Μη φείδεσαι τον εαυτόν σου, αλλά προσεύχου με ζέσιν και αν έχης κοπιάση όλην την ημέραν. Μη παραμελής την αγίαν προσευχή. Προσεύχου μέχρι τέλους εις τον Θεόν με όλην την καρδίαν σου , διότι αυτό είναι καθήκον σου απέναντι του Θεού. Εφόσον έθεσες την χείρα επάνω εις το άροτρον, μη βλέπης οπίσω. ..
Αν έχης ως κανόνα ζωής να λέγης ωρισμένον αριθμόν προσευχών, είτε αυταί είναι μακραί, είτε βραχείαι, λέγε τας καλώς. Αναγίνωσκε τας προσευχάς με συναίσθησιν βαθείαν και μη κάμης αυτήν την εργασίαν του Θεόυ με την καρδίαν σου διηρεμένη εις δύο, ούτως ώστε το εν μέρος να ανήκη εις Αυτόν και το άλλον ήμισυ εις την σάρκαν σου …]


Από το βιβλίο “ Η εν Χριστώ ζωή"
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
Εκδόσεις: Το περιβόλι της Παναγίας

Αγάπη (Νέον Γεροντικό)

Είπε ο Γέροντας Αμφιλόχιος: "Αγαπήσατε τον Ένα και θα σας αγαπούν και τα θηρία. Αγαπήσατε με όλη την καρδιά σας το Χριστό και όλοι οι άνθρωποι θα σας αγαπούν και θα σας περιποιούνται".

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Μια πραγματικά όμορφη ιστορία.....



Δύο άνδρες, και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας άνδρας αφηνόταν να σηκωθεί όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουνε υγρά από τα πνευμόνια του. Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος. Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, πού πήγαν διακοπές. Κάθε απόγευμα, όταν ο άνδρας δίπλα στο παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί, περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο. Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου μπορούσε να ανοιχτεί και να ζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω. Το παράθυρο έβλεπε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ειδωθεί στο βάθος. Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε. Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική, μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις. Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν. Ένα πρωί, που η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερά για το μπάνιο τους , είδε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα. Όταν θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή και εφ' όσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο. Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά τον έξω κόσμο. Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι. Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο....
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να αναγκάσει το συχωρεμένο συγκάτοικό να περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο. Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο και πρόσθεσε:
'Ίσως ήθελε απλά να σου δώσει θάρρος''.
Επίλογος: Υπάρχει πελώρια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, παρά τη δική σου κατάσταση. Μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία, όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται. Αν θές να νιώθεις πλούσιος, απλά μέτρα όλα τα πράγματα που έχεις τα οποία δεν αγοράζονται με χρήματα.
Πηγή: ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΛΙΜΝΗΝ -  ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009

Μην ζεις τη ζωή σου τόσο γρήγορα...


Ένα νεαρό και επιτυχημένο στέλεχος εταιρείας, οδηγούσε τη νέα του τζάγκουαρ κάπως γρήγορα σε μία γειτονιά όχι και τόσο καλόφημη. Πρόσεχε μην τυχόν κανένα παιδάκι ξεπροβάλει απότομα ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή πιστεύοντας πως είδε κάτι να κινείται επιβράδυνε, αντί όμως να εμφανιστεί κάποιο παιδάκι, ένα τούβλο χτύπησε με δύναμη την πλαινή πόρτα της τζάγκουάρ του. Φρέναρε απότομα και κάνοντας όπισθεν κατευθύνθηκε στο σημείο που το τούβλο είχε ριχτεί.
Φανερά θυμωμένος πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητό του, κι έπιασε ένα παιδί που βρήκε κοντά του, το έσπρωξε και το ακούμπησε με την πλάτη σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, φωνάζοντας «Γιατί το έκανες αυτό και ποιος είσαι; Τι νομίζεις ότι κάνεις; Αυτό είναι ένα καινούριο αυτοκίνητο και το τούβλο που πέταξες του έκανε μια πολύ ακριβή ζημιά! Γιατί το έκανες»;
Το νεαρό αγόρι απολογητικά του είπε «σας παρακαλώ κύριε. σας παρακαλώ, ζητώ συγνώμη, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω! Πέταξα το τούβλο γιατί κανένας δεν σταματούσε.» Με δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό του και στο σαγόνι του, το αγοράκι έδειξε πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. «Είναι ο αδερφός μου» είπε «Το αναπηρικό του καροτσάκι αναποδογύρισε στο πεζοδρόμιο, έπεσε απ το καροτσάκι κι εγώ δεν μπορώ να τον σηκώσω».

Το αγόρι ζήτησε από τον νεαρό «Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε να τον βάλουμε πίσω στο αναπηρικό του καροτσάκι; Είναι χτυπημένος και είναι πολύ βαρύς για να τον σηκώσω μόνος μου».
Ο οδηγός εμβρόντητος, προσπάθησε να συνέλθει, σήκωσε γρήγορα το ανάπηρο αγόρι και το καροτσάκι του, έπειτα πήρε ένα χαρτομάντηλο και περιποιήθηκε πρόχειρα τις πληγές του αγοριού. Με μια ματιά που του έριξε κατάλαβε πως τα τραύματα του παιδιού ήταν επιφανειακά κι όλα θα πήγαιναν καλά.

«Σε ευχαριστώ, ο Θεός να σε ευλογεί» είπε το ευγνώμων αγοράκι στον ξένο. Ο οδηγός ταραγμένος ακόμη, απλά κοιτούσε το αγοράκι να σπρώχνει το καροτσάκι με τον αδερφό του πάνω στο πεζοδρόμιο πηγαίνοντας για το σπίτι τους.
Γύρισε προς τη τζάγκουάρ του αργά. Η ζημιά στο αυτοκίνητο ήταν εμφανέστατη αλλά ο νεαρός ποτέ δεν μπήκε στην διαδικασία να την επιδιορθώσει. Άφησε τη ζημιά να υπάρχει για να του θυμίζει το μήνυμα «Μην ζεις τη ζωή σου τόσο γρήγορα έτσι ώστε να αναγκάζεις τον άλλον να σου πετάξει ένα τούβλο για να τραβήξει την προσοχή σου»!
Ο θεός ψιθυρίζει στις ψυχές μας και μιλά στις καρδιές μας. Μερικές φορές όταν δεν έχουμε χρόνο να ακούσουμε, είναι αναγκασμένος να μας πετάξει ένα τούβλο. Είναι επιλογή μας να ακούμε ή όχι.
Σκέψη της ημέρας:
Ο Θεός δεν υποσχέθηκε μέρες χωρίς πόνο, γέλιο χωρίς θλίψη, ήλιο χωρίς βροχή, αλλά υποσχέθηκε δύναμη για κάθε μέρα, ανακούφιση στα δάκρια και φως για τον δρόμο.
Αν ο Θεός στο φέρει, θα σε βοηθήσει και να το φέρεις εις πέρας…
http://istologio.org/

Ο Πόνος

“Σαν έρθει ο πόνος να σε βρει
να τον δεχθείς παλικαρίσια.
Στάσου λεβέντης σαν τη δρυ
τη λαμπαδόκορμη, την ίσια.
Δώρο δικό σου ‘ναι κι ο πόνος
δώρο δικό σου απ’ τ’ ακριβά.
Και φτάνω να σ’ ευγνωμονώ
γι’ αυτές τις ώρες που πονώ.”
Γ. Βερίτης


Η μάνα με το ένα μάτι

Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι… Ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε.
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους… Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με… ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα…

Μα από μικρόs είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του.
Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένos. «Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό»;… αναρωτιόταν… Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε. Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!.. Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!». Αυτή δεν του απάντησε…
«Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε αργότερα σ’ ένα φίλο του. «Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά για σπουδές… και τα κατάφερα, μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει… Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;…».

Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του!
Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιος της ζήτησε η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.

Δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, θύμωσε επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει. Τότε της φώναξε: «πως τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!». Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους…
Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε… Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια… Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι’ αυτόν:

«Αγαπημένε μου γιέ, σέ σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις… όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι… Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου».
Η μητέρα σου.
Πηγή: Περιοδικό «Όσιος Νικάνωρ»,

Θαύμα της Παναγίας - 1530μ.χ

Στα 1530, στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, ένας τίμιος νέος, ο Στέφανος, γύριζε κάποια μέρα από την πόλη στο χωριό του.

Στον δρόμο συνάντησε κι άλλους οδοιπόρους, κι έτσι βάδιζαν όλοι μαζί συντροφιά. Κάποια στιγμή διέκριναν μακριά μερικούς νεαρούς, πού μετέφεραν αλεύρι από τον μύλο. Η παρέα του Στέφανου μπήκε σε πειρασμό.

— Δεν τους κλέβουμε το αλεύρι; είπαν μεταξύ τους. Κανείς δεν μας βλέπει. Θα το μοιραστούμε και θα το μεταφέρουμε στα σπίτια μας.

Όλοι συμφώνησαν, εκτός από τον Στέφανο.

— Είναι αμαρτία! διαμαρτυρήθηκε. Κι ύστερα, δεν θα ξεφύγουμε τη δικαιοσύνη. Θα τιμωρηθούμε σαν ληστές και κακοποιοί.

Εκείνοι όμως ήταν αποφασισμένοι. Κι όταν πλησίασε η λεία τους, επιτέθηκαν στα παιδιά, τα έδειραν και άρπαξαν το αλεύρι.

Οι νεαροί, δαρμένοι και κακοποιημένοι, πήγαν στα σπίτια τους και διηγήθηκαν το επεισόδιο. Ύστερα ειδοποίησαν τον διοικητή, τον Σίμωνα Μπάϊλο, κι εκείνος έστειλε στρατιώτες για να συλλάβουν τους κακοποιούς. Οι στρατιώτες συνέλαβαν σαν ύποπτο μόνο τον Στέφανο, γιατί οι άλλοι είχαν εξαφανιστεί. Εκείνος βάδιζε αμέριμνος, έχοντας πεποίθηση στην αθωότητά του. Απολογήθηκε στους στρατιώτες με ειλικρίνεια, αλλά δεν τον πίστεψαν. Τον έδεσαν και τον έκλεισαν στη φυλακή.

Όταν τον οδήγησαν στον κριτή, ομολόγησε πάλι την αλήθεια:

— Βάδιζα με τους ληστές, αλλά μέρος στη ληστεία δεν έλαβα. Άδικα με κατηγορείτε.

Ο δικαστής όμως δεν τον πίστεψε και τον καταδίκασε.

— Ποιά τιμωρία προτιμάς, τον ρώτησε, να σου κόψουν τα χέρια ή να σου βγάλουν τα μάτια;

Κι εκείνος, περίλυπτος, προτίμησε τη δεύτερη, γιατί του φάνηκε λιγότερο οδυνηρή.

Με θρήνους και οδυρμούς οδηγήθηκε στον τόπο της καταδίκης, όπου εκτελέστηκε η φοβερή απόφαση.

Ο Στέφανος τώρα, ανίκανος για μετακινήσεις, χειραγωγείται από τη μητέρα του. Δεκαοχτώ μίλια από την πρωτεύουσα του νησιού ήταν χτισμένη η παραθαλάσσια πόλη Κασσιώπη. Ήταν γνωστή για ένα ναό της Θεοτόκου, από τον όποιο περνούσε πλήθος λαού και προσκυνούσαν τη θαυματουργή της εικόνα.

Ο Στέφανος αποφασίζει και πηγαίνει στην πόλη αυτή. Θα μένει στον ναό της Θεοτόκου και θα ζητά ελεημοσύνη από τους φιλάνθρωπους. Προσκύνησε με τη μητέρα του τη θαυματουργή εικόνα και παρακάλεσε τον διακονητή μοναχό να του παραχωρήσει ένα κελλάκι για τη διαμονή του.

Την πρώτη βραδιά έμειναν μέσα στην εκκλησία. Η μητέρα του, κατάκοπη, κοιμήθηκε αμέσως. Ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να ησυχάσει από τους πόνους.

Κάποια στιγμή τον πηρε ένας ύπνος ελαφρός. Νοιώθει τότε δυο χέρια να τον ακουμπούν και να ψηλαφούν τις κόγχες των ματιών του. Ήταν τόσο αισθητό, ώστε ξύπνησε αμέσως και αναρωτιόταν ποιος να τον είχε αγγίξει.

Και τότε βλέπει μπροστά του μια γυναίκα λαμπροφορεμένη και λουσμένη στο φώς. Στάθηκε λίγο κι ύστερα εξαφανίστηκε. Γυρίζει ο Στέφανος και βλέπει τα καντήλια αναμμένα. Ξυπνάει τη μητέρα του και τη ρωτάει:

— Ποιος άναψε τα καντήλια;

— Σώπα και κοιμήσου, του λέει εκείνη, νομίζοντας πώς το παιδί της ονειρεύεται.

Εκείνος όμως επέμενε:

— Βλέπω την εικόνα της Θεοτόκου. Δεν είναι φαντασίες αυτά πού σου λέω!

Τότε η μητέρα ανασηκώθηκε και κοίταξε με ανησυχία και λαχτάρα το πρόσωπο του. Ναι, δεν την απατούσαν τα μάτια της. Ζούσε τη στιγμή εκείνη ένα ολοζώντανο θαύμα: Οι κόγχες του παιδιού της στολίζονταν από δύο γαλανά μάτια! Ενώ, πριν την τύφλωση, τα μάτια του Στέφανου ήταν μαύρα!

Αμέσως, μητέρα και γιος ευχαρίστησαν με δάκρυα χαράς την Υπεραγία Θεοτόκο για τη γρήγορη επέμβασή της.

Από τον θόρυβο πηρε είδηση ο νεωκόρος μοναχός κι έτρεξε στον ναό για να δει τί συμβαίνει. Τ΄ ολοφάνερο θαύμα τον συγκλόνισε κι έφυγε γρήγορα για τη χώρα, για ν΄ αναγγείλει το γεγονός στον διοικητή.

Εκείνος, παραξενεμένος, πήρε μαζί του τους προκρίτους της Κέρκυρας κι επισκέφθηκε τον Στέφανο. Είδε τα νέα μάτια στις κόγχες τους και θαύμασε. Είδε ακόμη, σαν απόδειξη, και το σημάδι στα βλέφαρά του από το πυρακτωμένο σίδερο.

Μέσα του όμως ο διοικητής είχε και κάποια αμφιβολία. Γι΄ αυτό, όταν επέστρεψε στη χώρα, καλεί τον δήμιο και τον ρωτάει:

— Έβγαλες, πραγματικά, τα μάτια του Στέφανου, όπως είχα διατάξει;

— Βεβαίως τα έβγαλα. Βρίσκονται ακόμη μέσα σε μία λεκάνη. Ορίστε!

Ο Μπάϊλος κοίταξε ανήσυχος τη λεκάνη. Πράγματι μέσα σ΄ αυτήν υπήρχαν δύο μάτια, και μάλιστα μαύρα μάτια, όχι γαλανά, σαν κι΄ αυτά πού είχε τώρα ο Στέφανος.

Η αλήθεια αποδείχθηκε με τον πιο εύγλωττο και πειστικό τρόπο. Κι΄ ο ηγεμόνας, αφού ειδοποίησε να φέρουν τον Στέφανο, του ζήτησε συγνώμη και τον αποζημίωσε με πλούσια δώρα. Τέλος, ανακαίνισε μ΄ επιμέλεια τον περίβολο του ιερού ναού της Θεοτόκου.




Πηγή: Παναγία η Κασσιωπία, Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Ο παπά Λάζαρος θεραπεύει παράλυτον από μάγια

       Την περίοδον του εξαμήνου του 2006, που έμεινα στο Κολουέζι, έμαθα με μεγάλη μου κατάπληξι πώς ο ιθαγενής ιερεύς μας παπά Λάζαρος θεράπευσε ένα παιδάκι έξι ετών, το οποίον ήταν παράλυτο από μάγια.
       Η ιστορία είναι αληθινή, διότι μου την διηγήθηκε ο ίδιος ο παπά Λάζαρος, ο οποίος για την μεγάλη του αρετή και απλότητα, έχει λάβει το χάρισμα από τον Θεό να θεραπεύη ασθενείς και να διώχνη τα δαιμόνια.
       Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2005 τον έστειλε ο Προϊστάμενός του π. Μελέτιος (νυν Επίσκοπος Κο­λουέζι και πάσης Κατάγκας) στην κωμόπολι Μουτσάτσα για να επιτελέση τις Ακολουθίες του Δωδεκαημέρου. Με τα άθλια μέσα της συγκοινωνίας, παρότι η απόστασις είναι 200 χιλιόμετρα, επιτέλους έ­φθασε σε δύο ημέρες, αφού το αυτοκίνητο την μία φορά εχάλασε και την άλλη εκόλλησε στην λάσπη.
      Επί τέλους ο π. Λάζαρος έφθασε στην κωμόπολι. Προχωρεί προς την εκκλησία χορτοκαλύβα του Αγίου Σάββα. Μπροστά του βρέθηκε μία κακοντυμένη γυναίκα που κρατούσε το παράλυτο παιδί της στην αγκαλιά της. Το σώριασε μπροστά του και χωρίς χαιρετισμό και δεύτερη κουβέντα του λέγει:
-Πάτερ, θέλω να μου θεραπεύσης το παιδί μου.
-Ποιος είμαι εγώ, κυρία μου, ένας άνθρωπος αμαρτωλός, που θα θεραπεύσω το παιδί σου; Ποια εκκλησία ακολουθείς;
-Ανήκω στην Καθολική εκκλησία.
-Πήγαινε στους ιερείς της εκκλησίας σου. Αυτοί να το θεραπεύσουν.
-Επήγα και μ' έδιωξαν. Μου είπαν δεν ημπο­ρούμε εμείς, πήγαινε στους Ορθοδόξους.
       Ο π. Λάζαρος βρέθηκε σε αμηχανία. Από την μια μεριά η γυναίκα να μην υποχωρή. Να έχει πετάξει το παράλυτο παιδί της στα πόδια του και να τον θερμοπαρακαλεί για την θεραπεία του. Από την άλλη ο ίδιος αισθάνεται την αναξιότητά του και διστάζει να βγάλη το Ευχολόγιο. Τελικά μία εσωτερική θεία δύναμις τον ώθησε και πήρε την απόφασι. Θεώρησε ότι ίσως είναι θέλημα Θεού να διαβασθούν στο παιδί οι ευχές της Εκκλησίας μας.
       Πράγματι, έβγαλε το Ευχολόγιο της Εκκλησίας μας, στην γλώσσα σουαχίλι, γονάτισε μπροστά στο παιδί κι άρχισε να διαβάζη τους εξορκισμούς του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Αγίου Βασιλείου.
       Στο τέλος, όπως μου είπε ο ίδιος, με απόλυτη φυσικότητα και ξένος από κάθε έννοια κενοδοξίας, σηκώθηκε και είπε προστακτικά στο παιδί: «Στο Όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω επάνω και περιπάτησε».
       Πράγματι, το παιδάκι που μέχρι εκείνη την στιγμή περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα, άρχισε να σηκώνη το κορμάκι του και να στέκεται στα πόδια του.
       Η μητέρα του κλαίγοντας από χαρά και ευχαριστίες, κρατώντας το παιδί της από το χέρι διαλαλούσε το θαύμα σ' όλη την πόλι Μουτσάτσια. Σήμερα μάνα και γυιός είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μας και χαίρουν άκρας υγείας.
       Όσοι δυσπιστούν για το θαύμα αυτό, ας φθά­σουν μέχρι το Κολουέζι του Κογκό και όχι μόνο θ' α­πολαύσουν το χαρίεν και αγιασμένο πρόσωπο του πατρός Λαζάρου, αλλά και θ' ακούσουν και θα ι­δούν, όσα έγραψα παραπάνω.


ΠΗΓΗ: «Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ»
ΜΟΝΑΧΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

http://www.impantokratoros.gr/DE1CCC7B.el.aspx

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Το χειρότερο πράγμα για τούς ανθρώπους είναι ό θάνατος: το να γίνω λάσπη, να μεταβληθώ σε σκουλήκια, σε πηλό! Αξίζει τάχα να είναι κανείς άνθρωπος;


Γιατί να σε αγαπήσω, Θεέ μου, αφού αύριο θα μεταβληθώ σε σκουλήκια και πηλό; Να, όμως, πού ό Κύριος Ιησούς Χριστός σε σώζει από τον θάνατο διά της Αναστάσεως Του, εξασφαλίζει την αιώνιο ζωή για την ψυχή σου και το σώμα, όταν εκείνο θα αναστηθεί λαμπερό και θα ενωθεί με την ψυχή.

Γι' αυτό και ό Κύριος Ιησούς έχει το δικαίωμα να αποκαλείται ό Μόνος Φιλάνθρωπος, ό μόνος από κατασκευής κόσμου μέχρι της Φοβέρας Κρίσεως. Μονάχα εκείνος πού νίκησε τον θάνατο είναι ό Μόνος Φιλάνθρωπος και όλα τα άλλα είναι άπλες φλυαρίες. Και οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι επιστήμες και οι τέχνες; - Τί αστεία πράγματα! Μα τί να την κάνω την τεχνολογίακαι την επιστήμη όταν με μεταβάλουν σε σκουλήκια και λάσπη; Εκείνος είναι ό μόνος φιλάνθρωπος, αυτός πού με ελευθερώνει από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Γιατί ό διάβολος είναι ό εφευρέτης της αμαρτίας και μαζί μ' αυτήν και του κακού.


Αυτό είναι ή αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο: ή λύτρωση από τον θάνατο. Λέει ή δεύτερη μεγάλη εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μτ. 22,39). Πότε αγαπούμε λοιπόν πραγματικά τον άνθρωπο; Όταν τον λυτρώνουμε από την αμαρτία του, από την κόλαση... αυτή είναι ή γνήσια αγάπη προς τον άνθρωπο. Άπατα εαυτόν όποιος νομίζει πώςαγαπά τον άνθρωπο ενώ εγκρίνει τις αμαρτίες του και αναπαύει τα πάθη του. Τότε αγαπά τον θάνατο του και όχι τον ίδιο. Μονάχα όταν αγαπά κανείς τον άνθρωπο διά του Χριστού -με όλη την ψυχή και την δύναμη του- τότε τον αγαπά αληθινά.Θα ρωτήσει κάποιος: και ή αγάπη των γονέων προς τα τέκνα; Και ή αγάπη του συζύγου προς την σύζυγο; Και ή αγάπη του ανθρώπου προς την πατρίδα; Δεν είναι και αυτά αγάπη; Τα ονομάζουμε βέβαια όλα αυτά αγάπη άλλα είναι άραγε έτσι; Όλα αυτά δεν έχουν ίχνος αγάπης εάν δεν είναι ο Χριστός η δύναμη εκείνη μέσα από την οποία αγαπάμε. Αν ό πατέρας δεν αγαπά τα τέκνα του με την αγάπη του Χριστού, αν δεν τα παιδαγωγεί στο αγαθό, αν δεν τα οδηγείστον ίσιο δρόμο, αν δεν τα διδάσκει να σωθούν από την αμαρτία, παρά μονάχα τα χαϊδεύει και τα κολακεύει, τότε τα μισεί και τα φονεύει. Αν πάλι, ό σύζυγος αγαπά την σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ό φονιάς της. Έτσι συμβαίνει με κάθε γήινη, σαρκική αγάπη.


ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

«H πίστις σου σέσωκέ σε… Mόνον πίστευε, και σωθήσεται» (Λουκ. 8,48,50)

Aγαπητοί μου! Στα χρόνια αυτά που ζούμε τα κατηραμένα, που ο διάβολος έβαλε όλα τα δυνατά του να ξερριζώσει μέσα από τις καρδιές την πίστη, να προσέξουμε πάρα πολύ.
Για να σωθεί ο άνθρωπος έχει ανάγκη από πίστη. Πίστη στο Θεό, πίστη στο Xριστό, πίστη σ’ αυτά που διδάσκει η Eκκλησία μας. Aλλά δεν ε­ίμεθα σαν τους προτεστάντες, τους διαμαρτυρομένους. Oχι. Aυτοί μόνο «πίστη» φωνάζουνε. Eμείς οι ορθόδοξοι λέμε· πιστεύουμε, αλλά κοντά στην πίστη έχουμε και τα έργα της αγάπης. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5,6). Δεν ε­ίμεθα ούτε προτεστάντες ούτε φράγκοι ούτε χιλιασταί ούτε μασόνοι ούτε άθεοι. Eμείς λέμε, ότι η πίστις σώζει. Ποια πίστις όμως; Πίστις που βεβαιώνεται από έργα (βλ. Iακ. 2,14-26). Tο δέντρο το καταλαβαίνεις από τον καρπό του· η λεμονιά φαίνεται από τα λεμόνια, η μηλιά από τα μήλα, η ελιά από τις ελιές· και ο Xριστιανός θα φανεί από τα έργα του. Kαί το πουλί, για να πετάξει, πρέπει να ‘χει γερές και τις δύο φτερούγες του. Aν ο κυνηγός χτυπήσει τη μία φτερούγα του, το καημένο το πουλί πέφτει κάτω. Mε μια φτερούγα προσπαθεί, χτυπιέται κάτω στο χώμα, μα δεν μπορεί να πετάξει. Eτσι κάνει και ο διάβολος. Mας χτυπάει με τα σκάγια του πότε στη μία και πότε στην άλλη φτερούγα, πότε στην πίστη και πότε στα έργα, πότε στην ορθοδοξία και πότε στην ορθοπραξία, και δεν μπορούμε να πετάξουμε στα ουράνια. Ας προσέξουμε να έχουμε πίστη ορθόδοξο και έργα αρετής.
Έρχεται ώρα, εγγύς είναι, που θα πέσει κόσκινο πάνω στη γη. Oσα λέει η Aποκάλυψις, θα γίνουν. Θα μας κοσκινίσει ο διάβολος όπως τους μαθητάς του Xριστού τη νύχτα της Mεγάλης Πέμπτης. «Eμείς», λέγανε, «θα είμαστε κοντά σου». Kαι ο Xριστός είπε στον Πέτρο· Aπόψε ο διάβολος θα σας κοσκινίσει. «Iδού ο σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον…» (Λουκ. 22,31). Mε μικρά κόσκινα μας έχει κοσκινίσει μέχρι σήμερα· αλλά θα ‘ρθει το πιο μεγάλο κόσκινο. Kαι τότε από τους χίλιους Xριστιανούς, αδελφοί μου, ακούτε; ―τα λένε τα βιβλία του Θεού (βλ. Mατθ. 7,14· 22,14. Λουκ. 12,32· 13,23· 18,8. Aπ. 3,11· 16,9-11,21)―, από τους χίλιους Xριστιανούς ένας αν θα μείνει πιστός στο Xριστό! οι ενιακόσοι ενενήντα εννιά δεν θα πιστεύουν πλέον τίποτε. Θα βλαστημάνε, θα κάνουν σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που δε’ γνωρίζουν το αφεντικό τους.
Aλλά εμείς, και ένας αν μείνουμε, να μείνουμε. Kαι ένας αν μείνεις στην κοινωνία, να μείνεις. O ένας θα νικήσει, αυτός που πιστεύει στο Xριστό. Kαί να μας αξιώσει ο Θεός, να πεθάνουμε με την πίστη την ορθόδοξο και έργα μετανοίας. Kι όταν φθάσει η τελευταία ώρα της ζωής μας, να πούμε· «Mνήσθητί μου, Kύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42). Aμήν.

ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ, ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ N. ΣΜΥΡΝΗΣ - Aθηνών 29-10-1961)

Πρώτα υπέρ πίστεως!

ΠΗΓΗ: Το Ζωντανό Ιστολόγιο [26/10/2009]
Κι εγώ λέω ότι φθάνει να είσαι καλός Σέρβος (σημείωση Ζ.Ι.: ή Έλληνας), αλλά κατά το παράδειγμα των κάλλιστων και ενδοξότατων Σέρβων, οι οποίοι εμφανίστηκαν στα μάτια των ανθρώπων σ’ αυτό τον κόσμο τα περασμένα χίλια χρόνια. Όμως δεν επιτρέπεται να πω όπως εσύ ότι η πίστη είναι κάτι ασήμαντο! Αφού όλοι οι Σέρβοι θα με κατέκριναν για ένα τόσο μεγάλο ψέμα.

Είσαι καλός Σέρβος εάν έχεις τη γλυκιά ψυχή του βασιλιά Βλαδίμηρου, την αντοχή του Νεμάνια, τη χριστοφιλία του Σάββα, τον ζήλο του Μιλούτιν, την πραότητα του Ντέτσανι, την ταπεινοφροσύνη του Ούρος, την αυτοθυσία του Λαζάρου, [...] την ορατότητα των τυφλών και προορατικών, τη σοφία των Σέρβων παπάδων και καλόγερων, τη ντροπαλότητα των κοριτσιών του λαού, [...] το μέτρο των Σέρβων χωριατών, τη λάμψη της οικογενειακής θρησκευτικής γιορτής όλων των βαπτισμένων Σέρβων.

Όμως δεν είναι όλα αυτά από την πίστη; Πραγματικά, βάση και κράτημα σ’ όλα όσα απαρίθμησα είναι η πίστη του Χριστού. Εάν εσύ δεν έχεις μέσα σου καμία από αυτές τις αρετές των δοξασμένων προγόνων σου, αλλά όμως αυτοαποκαλείσαι Σέρβος, τότε είσαι μόνο μια γνωστή φίρμα σε άδειο μαγαζί. [...]

Το να πεις σε κάποιον να γίνει καλός Σέρβος, ενώ νομίζεις ότι η πίστη είναι κάτι το ασήμαντο είναι το ίδιο με το να πεις σ’ ένα πρόβατο να γίνει παχύ ενώ θεωρείς τον βοσκότοπο ως κάτι ασήμαντο και δευτερεύον! Δεν μπορεί κανείς να είναι καλός Σέρβος και να μην είναι καλός άνθρωπος πριν απ’ όλα.

Στον κόσμο όμως ούτε υπήρξε ούτε υπάρχει καμία δύναμη, η οποία μπορεί να κάνει τον άνθρωπο τέλεια καλό, παρά μόνο η δύναμη της πίστης στον Χριστό.

Μην επιθυμείς λοιπόν την Σερβικότητα χωρίς περιεχόμενο. Να μην είναι για σένα ούτε άνθρωπος χωρίς μυαλό οδηγός, ούτε Σέρβος χωρίς πίστη συνέταιρος.

[Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, σελ. 48-49]

Πνευματικές Ομιλίες Μηνός Νοεμβρίου